Είδα τον ψυχίατρο των φυλακών και Πρόεδρο της Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου Λούη Καριόλου τελευταία φορά στις 10 Φεβρουαρίου 2014 στη Βουλή, στη συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου συνόδευε τον προσωρινό αντικαταστάτη του, στην προσπάθειά του να τον εξοικειώσει με τα δύσκολα ζητήματα του σωφρονιστικού ιδρύματος.
Αυτή ήταν μια από τις μεγάλες έγνοιες του Καριόλου, από τη στιγμή που -στις 15 Ιανουαρίου 2014- του ανακοινώθηκε («από το τηλέφωνο», όπως μου είπε εκείνη τη μέρα αγανακτισμένος), η άμεση απομάκρυνσή του από το ίδρυμα, μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσης στις φυλακές. Ανησυχούσε, δηλαδή, λιγότερο για το ότι έχανε τη θέση του και περισσότερο για το ότι δεν του δινόταν από την Υπηρεσία του η ευκαιρία να προετοιμάσει τον αντικαταστάτη του.
Στη συνέντευξη εκείνη, («Σημερινή» 16 Ιανουαρίου 2014), μου μίλησε για τον εσωτερικό διχασμό που ένιωσε με την αναγγελία της μετακίνησής του: «Είμαι ο Πρόεδρος της Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου και έρχομαι να υπερασπίσω τον κύριο Λούη Καριόλου, που αναγκαστικά κάνει κάτι αντιδεοντολογικό: Εγκαταλείπει τους πελάτες του (δηλαδή τους κρατούμενους στις φυλακές), χωρίς να τους πει ένα “γεια” και χωρίς να προετοιμάσει τον επόμενο για να τους δεχτεί. Ποιος ανέχεται αυτό το πράγμα; Γίνεται να ξεσπά μια κρίση και να στέλνεις έναν άνθρωπο που δεν ξαναδούλεψε σε φυλακές, να την αντιμετωπίσει; Ξυπόλυτο στ’ αγκάθια; Με τόσα άτομα που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας καθημερινά; Χωρίς να ξέρει σε ποιον θα τηλεφωνήσει και πού να απευθυνθεί; Πιστεύω ότι έπρεπε η ανάληψη της θέσης μου από κάποιον συνάδελφο να γίνει σταδιακά, ώστε να μπορέσω να τον βοηθήσω για ένα μεταβατικό στάδιο».
Η ηθική ακεραιότητα του Λούη Καριόλου λάμπει από μόνη της στις πιο πάνω γραμμές και δεν χρειάζονται περισσότερα. Σκέφτομαι όμως πως θα ήθελε σε ένα κείμενο αφιερωμένο στη μνήμη του, να συμπεριληφθεί το μέρος της συνέντευξης που αφορούσε στο πώς έβλεπε ο ίδιος τη δουλειά του και τον εαυτό του μέσα στο σύστημα της φυλακής. «Εγώ», μου είπε, «είμαι εκεί βράχος και δεν πουλιέμαι, δεν είμαι ρουφιάνος του συστήματος και κάνω θεραπεία, παρέχω ένα άσυλο στον κατάδικο, ώστε να μπορεί ν’ ανακουφιστεί και να εκφραστεί. Διότι ο κρατούμενος έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα: ή να πάει με τους κρατούμενους, ή να γίνει ρουφιάνος της διοίκησης. Αλλά εγώ και η υπηρεσία των ψυχολόγων της φυλακής είμαι η τρίτη επιλογή, που τον ανακουφίζω και τον βοηθώ να έχει αντιστάσεις - κι αυτό βέβαια δεν συμφέρει. Αυτό είναι το θέμα, ότι εμποδίζαμε να ισοπεδώνουν τους ανθρώπους».
Τον ρώτησα τι του άφησε η εμπειρία των 13 χρόνων της υπηρεσίας του στις φυλακές. Η βαριά φωνή του αλάφρυνε σαν μικρού παιδιού: «Μου άφησε πάρα πολλά και είμαι ενθουσιασμένος γι’ αυτό».
Μου μίλησε για τη συνεργασία του με την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού σε σχέση με τους παιδεραστές και με την Επίτροπο Διοίκησης σε σχέση με την αλλαγή νομοθεσίας για τους ψυχιατρικά ασθενείς κατάδικους. Και για την εκπαίδευση που προώθησε, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και το ΤΕΠΑΚ, για φοιτητές που αργότερα θα ειδικευτούν ως επιστήμονες στο θέμα των σεξουαλικών εγκλημάτων και της θεραπείας των σεξουαλικά αδικοπραγούντων.
Κρατάω την τελευταία του κουβέντα, όταν τον ρώτησα γιατί τον απομακρύνουν: «Σκέψου λίγο… πόσο επικίνδυνοι είναι εκείνοι που αξίζουν…».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




