Περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις, για το ζήτημα των εξαρτήσεων και της χρήσης ναρκωτικών στην Κύπρο, γέννησαν στο μυαλό μου οι παρεμβάσεις γιατρών, ψυχιάτρων, ψυχολόγων και άλλων ειδικών, στο παγκύπριο συνέδριο του ΚΕΝΘΕΑ το περασμένο Σάββατο (8.2.2014) στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Τα κωδικοποίησε, αν θέλετε, η Δρ Φώφη Κωνσταντινίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και Αντιπρόεδρος του ΚΕΝΘΕΑ, που είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία της: «Τα αναπάντητα ερωτήματα αναφορικά με τις εξαρτήσεις συνεχίζουν να είναι πολλά. Είναι κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που συντείνουν στην κατάχρηση ουσιών και στις εξαρτήσεις; Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε δεσμευμένα ατομικά προγράμματα, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς; Ποια είναι τα αποτελεσματικότερα μοντέλα πρόληψης και σε ποιες ηλικίες πρέπει να στοχεύουμε; Ποια είναι η καταλληλότερη δόμηση των προσωπικών προγραμμάτων, ώστε να επιφέρουν το μεγαλύτερο αποτέλεσμα;».

Η Δρ Κωνσταντινίδου προχώρησε σε μια σειρά απαντήσεων, αναφέροντας ότι «χρειάζεται τόσο το κατάλληλο ερευνητικό και θεραπευτικό δυναμικό, όσο και οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι από εμπλεκόμενα συστήματα του κράτους. Υπηρεσίες υγείας, παιδείας, κοινωνικών παροχών, έχουν σημαντική συνεισφορά και ρόλο. Παράλληλα, θα πρέπει να επενδυθούν πόροι σε προγράμματα πρόληψης και κοινωνικής στήριξης ευάλωτων ομάδων».

Τα πιο πάνω, όμως, ήδη εφαρμόζονται σε μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα μετά το 2011, που το Αντιναρκωτικό Συμβούλιο Κύπρου ανάλαβε να συντονίζει τα αρμόδια Υπουργεία και όλους τους κρατικούς και μη φορείς, στην αντιμετώπιση της ουσιοεξάρτησης, αλλά οι χρήστες νόμιμων και παράνομων ουσιών αυξάνονται και μάλιστα ανάμεσα στους νέους στα σχολεία Μέσης Παιδείας και στον στρατό.

Στη δική του παρέμβαση ο Δρ Χριστάκης Κυπριανού, Αρχίατρος, Διευθυντής Υγειονομικού της Εθνικής Φρουράς, πήρε τις απαντήσεις αλλού. Όπως υποστήριξε, «η αποτελεσματική αντιμετώπιση του πολυπαραγοντικού προβλήματος της εξάρτησης δεν τελειώνει με τη δημιουργία κατάλληλων δομών ή κέντρων απεξάρτησης, αλλά απαιτεί τη δημιουργία μιας κατάλληλης κουλτούρας κατά των εξαρτήσεων στην κυπριακή κοινωνία. Κρίνεται επιβεβλημένη η ενδυνάμωση των πατροπαράδοτων ηθικών και πνευματικών μας αξιών, η στήριξη της οικογένειας, όπως επίσης και επιτέλους μια πραγματικά ανθρωποκεντρική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία θα παράγει νέους χωρίς υπαρξιακά κενά, τα οποία και θα τους σπρώχνουν προς τις εξαρτήσεις».

Σκέφτηκα πάνω σ’ αυτό ότι η παιδεία δεν είναι εργοστάσιο που μπορεί να «παράγει» πανομοιότυπα «ανθρώπινα προϊόντα», ενώ τα υπαρξιακά κενά δεν εξαλείφονται με εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά θα υπάρχουν όσο υπάρχουν ανθρώπινες υπάρξεις.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΝΘΕΑ Μητροπολίτης Ησαΐας έθεσε το θέμα στην ίδια βάση με τον Δρα Κυπριανού: «Το μοναδικό μας όπλο και ο μόνιμος φόβος των εμπόρων του θανάτου και των εκμεταλλευτών των ανθρώπων, είναι η αρετή», είπε και συνέχισε: «Οι άνθρωποι με αρχές, που μεγαλώνουν σε μια υγιή οικογένεια και κοινωνία, και αποκτούν ισχυρή θέληση, που γνωρίζουν την ιστορία τους, αγαπούν την οικογένεια και την πατρίδα τους, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και την παιδεία τους, είναι έτοιμοι να θυσιαστούν γι΄ αυτές τις αρχές και αξίες, όχι μόνο αντιστέκονται και αντέχουν απέναντι σε κάθε είδους εχθρό, αλλά και του προκαλούν τρόμο, αφού το πνεύμα της αρετής που τους οδηγεί, καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να το νικήσει ή να το εξαγοράσει».

Σκέφτηκα επίσης πάνω σε αυτό ότι αν η απάντηση στις εξαρτήσεις είναι η επιστροφή στον συντηρητισμό του παρελθόντος, τότε πώς εξηγείται ότι μεγάλη μερίδα εξαρτημένων είναι γαλουχημένοι με τα… ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και οδηγούνται από το πνεύμα της «πατροπαράδοτης» αρετής;