… κι άλλα καρτερικά ελληνικά ονόματα

Τι είναι μια πόλη; Είναι η καρδιά μας, οι μνήμες και τα πρώτα βήματά μας. Είναι η ιστορία και οι θρύλοι της, οι δρόμοι, τα σπίτια και οι αυλές της με το γιασεμί, μα πάνω απ΄ όλα οι άνθρωποί της. Σήμερα είναι η ημέρα της Αμμοχώστου, της Βασιλεύουσάς μας. Ξαναδιάβασα την ποιητική σύνθεση του μεγάλου ποιητή μας Κυριάκου Χαραλαμπίδη, «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα», επειδή μόνο με τους στίχους των ποιητών μας μπορούμε να ταξιδέψουμε στη «σιδερένια πόλη». Αγνοήστε πολιτικές φλυαρίες, κομματικές διαβεβαιώσεις και κυβερνητικές δεσμεύσεις χωρίς αντίκρισμα.

«Πόλη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου/ τον ήλιο ξέσκεπο, την ευωδιά ντυμένη/ τα κρόσσια του Μαγιού, τη θάλασσα πλατάνι/ Εσένα θέλω, σένα λαχταρώ,/ εσύ που κάποτε ήσουν άσπρο μεσοφόρι/ κι αργότερα, στου δολοφονημένου προέδρου τη γωνία,/ ακίνητο κουφάρι, πατημένη θάλασσα». Αλλά τι να πεις για μια πόλη που τώρα την τριγυρίζει συρματόπλεγμα.

Πώς να κρατήσεις μια πόλη μέσα στην σκέψη και στην καρδιά σου; «Έκλεισα τα παράθυρα και πόρτες/ να μη διαχύνεται η πόλη στην αυλή./ Και τη μαζεύω κάτω απ΄ το κρεβάτι,/ μέσα στο ερμάρι, πίσω απ΄ τα κάδρα,/ στην κατσαρόλα του ατμού, στις δίπλες των βιβλίων». Κι ύστερα είναι ένας δρόμος που γεμίζει τις μνήμες του ποιητή:

«Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε/ ή θα μπορούσαμε να μάθουμε/ (της Σαλαμίνας λένε πως ήταν βασιλιάς)/ την Πνυταγόρου όμως, τη μικρή μου Πνυταγόρου/ ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη,/ την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:/ Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,/ τ’ αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους/ που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας/ οδό Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν/ στην Πνυταγόρου μου - καλότυχα παιδιά!/ Ήθελα να ’μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου/ τ’ αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου/ κι ο άγριος γάτος που ανοίγει το ψυγείο/ να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο./ Και να ’μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα, το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα/ πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει/ να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.».

Τι είναι η Αμμόχωστος; «Τα πράγματα είναι καθαρά. Μια πόλη/ σε αμνημόνευτους καιρούς, μια πόλη μυθική/ της πήραν ξάφνου τη λαλιά και την τροχοπεδώσαν./ Άμποτε να ’μουνα κι εγώ στην κοίτη του ματιού της/ την ώρα που της σφάλιζαν τα σωθικά με κράμα/ πηχτού κι ανάγλητου πολτού κατήφειας και σκισμάδας./ Μπορεί κάτι να γινόταν, τ’ αλλόκοτα είναι λίγα/ τα περιττά πάρα πολλά κι η λεπτομέρεια πλήρης./ Μπορεί και να την έσωζα παίρνοντας απ’ το χέρι/ την αργυρή ταυτότητα, κι ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ να γράφει,/ και να ’κρυβα στον κόρφο τ’ όνομά της/ κάνοντας τάχα πως κοιτώ απ’ το παράθυρο έξω.». Η προδοσία όπλισε χέρι δολοφονικό και ο τόπος κουρσεύτηκε από τον Τούρκο. «Στη χώρα μου», λέγει ο ποιητής, «που βγαίνει ο ήλιος τα μεσάνυχτα/ και το πρωί γεννιέται το φεγγάρι/ των κατοίκων στις πόλεις το πρόσωπο είναι νεκρολούλουδα/ κι οι χωρικοί κρασί και παξιμάδι./ Δε θα σας πω άλλα πρόσθετα στοιχεία./ η αμαρτία βαραίνει το λαό μου,/ καθορίζει την τέχνη του, τα λόγια και τ’ αγάλματά του,/ την πολιτική επιστήμη, την καθημερινή του σπονδή».

«Αλλά, θεέ μου, αυτός ο λαός/ επέδειξε απίστευτη αντοχή στο μαρτύριο και καρτερία/ για να δώσει με λόγια του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη/ τη σκυτάλη στους όλβιους, αυθεντικούς κερατάδες./ Τώρα τι να σου κάνω, τι να σε ειπώ;/ Χαίρετε, Αμμόχωστος,/ Σαλαμίς, Έγκωμη, Στύλλοι,/ Σπαθαρικόν, Λευκόνοικον, Ακανθού,/ Ριζοκάρπασον, Ταύρου, Αιγιαλούσα,/ Δαυλέ, Αχερίτου, Λυθράγκωμη,/ Γαστριά, Βουκολίδα - λίγα μόνο μνημεία της ανατολικής σου παρειάς,/ χώρια οι δρυμοί και οι χαράδρες/ για να αποφύγουμε τον ίσιο δρόμο που μας πάει σε/ Μόρφου και Κερύνεια/ κι άλλα καρτερικά ελληνικά ονόματα».