«Η Ελλάδα δεν ήρθε/ είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,/ κάτι πανηγυρισμούς…»

Σήμερα είναι ημέρα σιωπής. Και προσευχής. Για να ζητήσουμε συγγνώμη από τις ψυχές όσων ωραίων παιδιών μας χάθηκαν πολεμώντας κατά του Ασιάτη Τούρκου ληστή. Να ζητήσουμε συγγνώμη που τους θυσιάσαμε στον βωμό των συνθημάτων, των «ζήτω» και της προσωπολατρίας, της μεγαλοστομίας και των διαψευσθέντων ελπίδων και των εθνικών πόθων.

Σήμερα, οι μόνοι που δικαιούνται να μιλούν για τη σφαγή της αμνάδας Κύπρου είναι οι ποιητές. Επειδή μόνον αυτοί ξέρουν να διηγηθούν τον πόνο της μητέρας - Κύπρου και της κάθε μάνας. Ο Κώστας Μόντης είναι από τους μέγιστους ποιητές μας. Με τα «Τρία Γράμματα στη Μητέρα», διαζωγράφισε με ποιητικό ρεαλισμό την τραγωδία του τόπου. Να μεριάσουμε όλοι να περάσει ο ποιητής. Για να διηγηθεί τα πάθη της σταυρωμένης και σφαγιασμένης Κύπρου μας:

«Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,/
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,/
την περιμέναμε βουτηγμένοι ώς το λαιμό/ στη θάλασσα της Κερύνειας,/
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει./
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της./
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της/
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-/
και την περιμέναμε,/
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε/
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε/
κι όπου να ’ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της/
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,/
κι όπου να ’ναι άκου την!/

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε./
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,/ τι αντίλαλος ήταν εκείνος,/
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!/
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε/
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν/
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν/
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει./
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους/
και τους αδελφούς και τους πατέρες/
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,/
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα./

Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»/
»Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»/
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ώς το βυθό/
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,/
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, ώσπου την άλλη μέρα/
πισωπάτησε/ σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,/
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,/
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο/
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας/
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,/
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,/
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,/
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες/
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά/
και ψέμα οι Ιστορίες μας,/
ψέμα, όλα ψέμα./

Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,/
κάτι πανηγυρισμούς,/
κ' ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,/
λυπόταν, δεν το περίμενε,/
ειλικρινά λυπόταν,/
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ./
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,/
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα/
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,/
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια/
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…/
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,/ έχω αντίγραφα.».

(Από το Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα).

Ο Πενταδάκτυλος, το γέρικο μα ηρωικό βουνό, βρίσκεται σε ευθύ διάλογο με τον ποιητή. Και αυτός στο γράμμα του προς τη Μητέρα, εξηγεί:

«Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,/
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο,/
αν το βρεις ασήκωτο,/
είναι που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο./
(…)Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα./
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,/
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,/
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,/
όμως αυτός είν' εκεί απέναντί μας,/
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας,/
και μας κοιτάζει, και μας κοιτάζει μ' ένα τρόπο .../
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,/
όμως αυτός είν' εκεί απέναντί μας,/ και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,/
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνεια/
και σαν την Αμμόχωστο./ Και λέει: "Λοιπόν";/
και μας ρωτά: "Λοιπόν";/
Μητέρα, γύρω απ’ τα σπίτια μας στρατοπέδευσε η Ασία/
γύρω απ’ τα σπίτια μας αλαλάζει έξαλλη η Ασία,/
γαυριά έξαλλη η Ασία,/
τι άλλο να σου πω;».

Εδώ και 40 χρόνια, η Ασία ποδοπατεί τον τόπο μας, κρεουργεί τη ζωή μας και σαν βραχνάς ασήκωτος δυναστεύει τον κυπριακό Ελληνισμό. Απορεί ο ποιητής:

«Είναι δύσκολο να πιστέψω/
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας/
είναι δύσκολο να πιστέψω/
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας».

Απελπισμένα, καλεί εναγώνια τον Πενταδάκτυλο:

«Ανασήκωσε την πλάτη/
κι απόσεισέ τους, Πενταδάκτυλέ μου, ανασήκωσε την πλάτη/
κι απόσεισέ τους».

Άμποτες, τα τριξίματα, οι παράξενες φωνές, οι βόγγοι και τα αίματα των σκοτωμένων παιδιών μας να γίνουν ποτάμι να πνίξουν τον Αττίλα.