Οι τελευταίες εξελίξεις στο Κυπριακό και ειδικότερα το μέχρι στιγμής αδιέξοδο στις προσπάθειες έκδοσης κοινής διακήρυξης επιβεβαίωσε το αυτονόητο. Πως η απόσταση που χωρίζει τα λόγια από τις πράξεις είναι όση χωρίζει τη γη από τον ουρανό και πως η τουρκική αδιαλλαξία δεν κάμπτεται με ευχολόγια, εκκλήσεις και έκφραση ευσεβών πόθων.
Καθ' ομολογίαν της πλειοψηφίας των πολιτικών αρχηγών που παρευρέθηκαν στην τελευταία ενημέρωση της οποίας έτυχαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η δική μας πλευρά υπέβαλε μια πρόταση για έκδοση κοινού ανακοινωθέντος, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των Τούρκων, εξ ου και οι έντονες ανησυχίες και προβληματισμοί που διατυπώθηκαν από τις πλείστες των πολιτικών δυνάμεων.
Ούτε όμως και αυτήν την πρόταση αποδέχθηκε η τουρκική πλευρά, καθιστώντας για μιαν ακόμη φορά ξεκάθαρο πως η βουλιμία της δεν έχει όρια και ότι τη λύση του Κυπριακού εξακολουθεί να την εννοεί και να την εντάσσει στο δικό της απαράδεκτο για εμάς πλαίσιο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η από μέρους των Τούρκων απόρριψη της πρότασης του Πρόεδρου της Δημοκρατίας γύρω από το κοινό ανακοινωθέν προσφέρεται ως μια ακόμα καλή ευκαιρία, για επανεξέταση της στάσης της ελληνοκυπριακής πλευράς και για αλλαγή πλεύσης σε ό,τι αφορά την προσέγγισή της στο ζήτημα της επανέναρξης των συνομιλιών.
Όχι φυσικά εγκαταλείποντας τον προσανατολισμό της αυτό. Αλλά θέτοντας τις δικές της αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις και κόκκινες γραμμές, εγκαταλείποντας μια και καλή τις λογικές μετριοπάθειας και συμβιβασμού, οι οποίες στο μόνο όπου αποδεδειγμένα οδηγούν είναι να ενισχύουν το τουρκικό θράσος.
Και να εξανεμίζουν ταυτόχρονα τις όποιες ελπίδες, η επιδιωκόμενη διαδικασία λύσης να οδηγήσει σε αποτέλεσμα, που να μπορεί να γίνει αποδεκτό από τους Ελληνοκυπρίους.
Αυτή ευελπιστούμε να είναι και η γραμμή πλεύσης που θα χαράξει το Εθνικό Συμβούλιο κατά την επικείμενή του συνεδρία, χρησιμοποιώντας δηλαδή το τουρκικό «όχι» στην πρόταση Νίκου Αναστασιάδη για το κοινό ανακοινωθέν σαν σωσίβιο, για διάσωση από μια τρικυμία στην οποία κινδυνεύσαμε να εισέλθουμε, και από την οποία οι πιθανότητες να εξερχόμασταν χωρίς να πνιγούμε ήταν κάτι λιγότερο από μηδαμινές…




