Είχε απόλυτο δίκαιο ο Υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Κασουλίδης, όταν προσφάτως ανέλαβε να εξηγήσει τη διαφορά του στρατηγικού εταίρου από τον σύμμαχο. Θέλησε να προσγειώσει όσους είχαν υπερεπενδύσει στη διπλωματική φιλοφρόνηση του Αμερικανού Αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, ο οποίος, ευρισκόμενος στην Κύπρο τον περασμένο Μάιο, αποκάλεσε την Κύπρο στρατηγικό εταίρο.
Μόνο που οι πλείστοι εξ εκείνων που θεώρησαν ότι λίγο ακόμα και οι ΗΠΑ θα έστελλαν τα αεροπλανοφόρα τους για να θωρακίσουν την Κύπρο και συνακόλουθα την κυπριακή ΑΟΖ, βρίσκονταν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Αυτοί με τις δηλώσεις τους είχαν καλλιεργήσει κλίμα ευφορίας, είχαν δημιουργήσει προσδοκίες και σκόρπισαν ελπίδες για δυναμική παρέμβαση της υπερδύναμης, για αποκατάσταση των δικαίων του κυπριακού Ελληνισμού. Τώρα ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος επανατοποθετεί τα θέματα στη σωστή τους βάση.
Με την παρουσία του στην Τουρκία, μεταξύ εταίρου και συμμάχου επιλέγει τον δεύτερο. Και δυστυχώς, στη θέση αυτή είναι η Τουρκία κι όχι η Κύπρος, που εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες της τουρκικής βουλιμίας. Αντί να ακούσουμε λόγο παρηγοριάς από τον Μπάιντεν, ήρθε η προτροπή του για την ανάγκη μείωσης της έντασης στην ανατολική Μεσόγειο.
Ούτε λέξη για τον δημιουργό της έντασης, ούτε λέξη με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί η μείωση της έντασης. Στην καλύτερη περίπτωση, ο εταίρος Μπάιντεν απευθύνεται και στις δυο πλευρές, Κυπριακή Δημοκρατία και Τουρκία, και τις καλεί να συμβάλουν στη μείωση της έντασης. Με λίγα λόγια, καλεί τη Λευκωσία να κάνει βήματα για να συναντήσει τις τουρκικές απαιτήσεις και στο θέμα των υδρογονανθράκων.
Μα αυτό είναι σχιζοφρενικό, έχοντας υπ' όψιν την προϊστορία της συμπεριφοράς των Τούρκων με την εισβολή και την κατοχή, και την έκτοτε βήμα προς βήμα τουρκοποίηση των κατεχομένων και επιβολής των τετελεσμένων της εισβολής συν επιπλέον κέρδη, όπως τώρα με το φυσικό αέριο της κυπριακής ΑΟΖ.
Σ' αυτό καταλήγει η παρέμβαση των Αμερικανών, που με τόση λαχτάρα περίμεναν πολλοί. Ζητούν από την Κύπρο να προσαρμοστεί στις τουρκικές απαιτήσεις για να επιτευχθεί μείωση της έντασης. Το ερώτημα είναι, ποιο τίμημα θα ζητηθεί να καταβάλουμε, για να φτάσουμε στη λύση όπως την επιδιώκει η Άγκυρα.




