Όταν τον περασμένο Μάιο ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν αναχωρούσε, ύστερα από την επίσκεψή του στην Κύπρο, άφηνε πίσω του πολλές ελπίδες για ουσιαστική παρέμβαση της χώρας του προς την Τουρκία.
Τις ελπίδες αυτές για μεσολάβηση προς την τουρκική πλευρά, για να επιδείξει σύνεση στην αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος, ανανέωσε και ενίσχυσε ο κ. Μπάιντεν αργότερα με την ομιλία του προς τους Έλληνες αποδήμους της Αμερικής.
Σε εκείνο το διάστημα, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος καλλιέργησε μια αισιοδοξία ως προς τις προοπτικές λύσης του Κυπριακού. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που είχε αναγάγει την ανυπόληπτη Κύπρο σε στρατηγικό εταίρο της υπερδύναμης Αμερικής.
Είχε μάλιστα προαναγγείλει και την επίσκεψή του στην Τουρκία, θέλοντας να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερη σημασία στα λεγόμενά του. Και ήρθε η ώρα της επίσκεψής του στη γειτονική μας χώρα. Την επισκέφθηκε σε μια στιγμή που η ηγεσία της Άγκυρας έχει εξακοντίσει την επεκτατικότητα και προκλητικότητά της στα ύψη, με όσα συνεχίζει εδώ και ένα μήνα να διαπράττει εντός της κυπριακής ΑΟΖ.
Δεν ακούσαμε όμως τον εταίρο Μπάιντεν να επικρίνει ή έστω να υποδεικνύει τα ατοπήματα της Τουρκίας. Μίλησε απλώς για την ανάγκη υποχώρησης της έντασης και επανέναρξης των συνομιλιών. Ευχαριστούμε πολύ. Το ζήτημα, κ. Μπάιντεν, δεν είναι αυτό.
Ο πυρήνας του προβλήματος είναι πώς υποχωρεί η ένταση. Για να δώσουμε απάντηση προστρέχουμε στον δημιουργό της έντασης. Και τον γνωρίζουμε. Κι αφού τον γνωρίζουμε, τον καλούμε, του ζητούμε, τον προτρέπουμε, έστω τον παρακαλούμε να επανορθώσει. Κι αν στο κάλεσμα αυτό δεν τείνει ευήκοον ους, τότε επιστρατεύουμε κι άλλα μέσα.
Τίποτε από αυτά δεν έχει πράξει ο δεύτερος τη τάξει στην ιεραρχία των ΗΠΑ. Αντίθετα, πήγε στην Τουρκία με στρογγγυλεμένες θέσεις, καλώντας ουσιαστικά τις δυο πλευρές να κάνουν υποχωρήσεις για να επιτευχθεί η επανέναρξη των συνομιλιών.
Γνωστή και επαναλαμβανόμενη συνταγή που στα σαράντα χρόνια της κατοχής μάς έφερε στο χείλος του γκρεμού. Μια-δυο φορές ακόμα να εφαρμοστεί και θα μας βρει να πέφτουμε στο βάραθρο με μηδαμινές ελπίδες σωτηρίας. Αυτό θέλει ο κ. Μπάιντεν για τον στρατηγικό του εταίρο;




