Η συζήτηση που γίνεται τις τελευταίες ημέρες για τις τιμές των καυσίμων καταρρίπτει άλλον ένα μύθο. Εκείνον του λεγόμενου ανταγωνισμού που ρυθμίζει τις τιμές και τις ρυθμίζει, δήθεν, προς όφελος του καταναλωτή. Η εικόνα που θέλει τη λεγόμενη ελεύθερη αγορά και τον λεγόμενο ανταγωνισμό να λειτουργούν υπέρ του καταναλωτή ισχύει για κανονικά κράτη.

Για την Κύπρο, που δυστυχώς όλο και αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στα κανονικά κράτη, είναι μαγική εικόνα. Ανταγωνισμός μπορεί να λειτουργήσει σε χώρες με εκατομμύρια κατοίκους, με πολλές και μεγάλες ανταγωνιστικές εταιρείες, οι οποίες μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και με μικρά περιθώρια κέρδους.

Στην Κύπρο, κάτι τέτοιο είναι ουτοπία. Σε μια χώρα με πληθυσμό πολύ κάτω του ενός εκατομμυρίου, αποκλεισμένη από τη θάλασσα και απομονωμένη στην άκρη της Μεσογείου, ποιος ανταγωνισμός μπορεί να αναπτυχθεί; Ποιες εταιρείες και ποιας εμβέλειας, θα ενδιαφερθούν να επενδύσουν για να κατακτήσουν την περιορισμένη αυτή αγορά;

Πάντα θα μένουμε με δυο-τρεις εταιρείες, που εύκολα μπορούν να έρθουν σε συνεννόηση, να καθορίσουν πολιτικές και τιμές και να απομυζούν τους καταναλωτές. Το βλέπουμε αυτό σε πολλούς τομείς. Στον ηλεκτρισμό, την τηλεφωνία, τα καύσιμα και άλλους. Πόσες εταιρείες, πέραν της ΑΗΚ, θα ενδιαφερθούν για να παράγουν ηλεκτρισμό;

Πόσες ενδιαφέρθηκαν για την τηλεφωνία; Πόσες για τα καύσιμα; Ακούσαμε όλοι χτες τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Εμπορίου από διάφορα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης να αναφέρεται, ορθά, σε ολιγοπώλιο στην αγορά των καυσίμων.

Όπως, επίσης, ορθά απάντησε σε όλους εκείνους που φώναζαν για υψηλές τιμές και ζητούσαν παρέμβαση του κράτους, ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αφού έχουμε ελεύθερη αγορά. Έτσι ο καθένας πουλά όσο θέλει και ο καταναλωτής επιλέγει τον προμηθευτή του όπως επιλέγει να αγοράσει ή όχι.

Αυτή είναι η πικρή, αλλά απλή αλήθεια. Όλα τα άλλα είναι προς κατανάλωση και κοροϊδία όσων θέλουν και ανέχονται την κοροϊδία. Ανταγωνισμός στην Κύπρο φαίνεται να λειτουργεί σε περιορισμένη, έστω, έκταση στον τομέα του λιανικού εμπορίου και ειδικότερα από πλευράς των υπεραγορών.

Η ευρεία γκάμα προϊόντων που διαθέτουν και η υψηλή κατανάλωση, τους επιτρέπουν να μπαίνουν στον χορό του ανταγωνισμού προσφέροντας υποφερτές τιμές σε μεγάλη κλίμακα προϊόντων.