O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει πολύ σωστά ότι δεν επανέρχεται στις συνομιλίες πριν η Τουρκία άρει όλες τις επεμβατικές καταδρομικές ενέργειές της στην κυπριακή ΑΟΖ. Σωστός και απόλυτα δικαιολογημένος ο Πρόεδρος. Μάλιστα στη θέση αυτή έχει -πρέπει να έχει- τη στήριξη κάθε πατριωτικής δύναμης στην Κύπρο. Υπάρχουν όμως ένα-δυο σημεία που πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα.

Η Τουρκία δεν μας έχει συνηθίσει να υποχωρεί. Κάνει μερικά βήματα μπροστά, επεκτατικά καλύτερα και για παραπλάνηση όσων θέλουν να παραπλανούνται, σε κάποιο στάδιο υποχωρεί, αλλά όχι στην αρχική θέση. Πάντα αφήνει και για τον εαυτό της κάτι σαν κεκτημένο. Παράλληλα αφού περάσει κάποιο χρονικό διάστημα κι αφού ξεχαστεί η παρασπονδία της, επανέρχεται με νέες επεκτατικές κινήσεις και απαιτήσεις.

Είναι μια τακτική που την έχουμε παρακολουθήσει και επί του εδάφους και στο πεδίο των συνομιλιών. Τη φορά αυτή, στην απροκάλυπτη εισβολή της στην κυπριακή ΑΟΖ που πολλοί την αποκαλούν Τρίτο Αττίλα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να δούμε κάποια βήματα προς τα πίσω. Σίγουρα όμως όχι για να αποκαταστήσουν τα δεδομένα ως είχαν.

Να μην υπάρχει αμφιβολία ότι υποχωρώντας η Άγκυρα, θα κρατήσει και κάποια κέρδη. Αλλά το χειρότερο είναι ότι μελλοντικά και όταν θεωρήσει ότι η στιγμή είναι κατάλληλη, θα επανέλθει δριμύτερη και απαιτητικότερη. Εκκινώντας τη φορά αυτή από πιο προωθημένη θέση, εκείνη που θα κληρονομήσει από την παρούσα κρίση. Το σενάριο αυτό είναι πέρα από πιθανό.

Φαντάζει πραγματικότητα που απλώς είναι θέμα χρόνου να υλοποιηθεί. Και η Άγκυρα δεν ξεστρατίζει από την προδιαγεγραμμένη πορεία που οδηγεί στον στόχο της. Άρα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πρέπει να εξασφαλίσει δύο προϋποθέσεις προτού επανέλθει στις συνομιλίες.

Η πρώτη είναι η ουσιαστική άρση των όποιων επεκτατικών ενεργειών της και η δεύτερη η εξασφάλιση-εγγύηση ότι οι Τούρκοι δεν θα επανέλθουν σε κάποιο στάδιο με νέες ενέργειες, που θα αναγκάσουν και πάλι την πλευρά μας να φύγει από τις συνομιλίες, παρουσιάζοντάς την αναξιόπιστη και ιδιότροπη.

Το πλαίσιο αυτό δημιουργεί όντως ιδιαίτερα σοβαρά διλήμματα για την ελληνοκυπριακή πλευρά που πρέπει να αντιμετωπισθούν με κάθε σοβαρότητα. Η απόφαση που θα ληφθεί στην παρούσα φάση θα προδιαγράψει εν πολλοίς τη συνέχεια αλλά και το τέλος του κυπριακού δράματος, σε μια περίοδο που οι συγκυρίες φαντάζουν ασφυκτικές.