Η απόφαση του Προέδρου Αναστασιάδη γι' αποχώρηση ή έστω αναστολή συμμετοχής στις συνομιλίες ήταν ασφαλώς μια δύσκολη απόφαση. Πιο δύσκολη θα ήταν ενδεχόμενη απόφαση για συνέχιση των συνομιλιών, παραγνωρίζοντας τις τουρκικές επιδρομικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ.
Τώρα η απόφαση έχει παρθεί, αλλά, όπως κανείς αντιλαμβάνεται, δεν είναι το τέλος. Αντίθετα, τώρα μπροστά της η ηγεσία του τόπου και ιδιαίτερα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έχει να αντιμετωπίσει -και πιθανώς όχι σε βάθος χρόνου- τα πιο δύσκολα.
Πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις θα επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Γιατί, ας μη γελιόμαστε, πολύ γρήγορα οι τρίτοι θα αρχίσουν να πιέζουν και να σπρώχνουν τις δυο πλευρές να ξανακαθίσουν μαζί. Άλλωστε, η τάση και στο εσωτερικό, τουλάχιστον όπως την εκφράζουν τα δυο μεγάλα κόμματα που ήδη εκδήλωσαν τις προθέσεις τους, είναι όπως η ανάπαυλα διαρκέσει το λιγότερο δυνατόν.
Και εδώ εγείρονται τα πελώρια διλήμματα και ερωτήματα για τον Πρόεδρο: Θα δεχθεί να επανέλθει στις συνομιλίες χωρίς την άρση όλων των παρανομιών και πειρατικών δραστηριοτήτων των Τούρκων στην κυπριακή ΑΟΖ; Κι αν η Τουρκία θελήσει να δημιουργήσει κάποια κεκτημένα και ικανοποιήσει μερικώς μόνο τα αιτήματα της Λευκωσίας;
Αυτό είναι και το πιο πιθανόν, αφού σήμερα η Άγκυρα αλλά και προσωπικά ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν αισθάνονται να βρίσκονται σε πλεονεκτικότατη θέση, όσο ποτέ προηγουμένως. Έστω όμως ότι όλα επανέρχονται στην προ της κρίσεως κατάσταση.
Ποιος θα εγγυηθεί ότι η Τουρκία δεν θα επαναλάβει ανάλογες προκλήσεις; Τι θα γίνει σε μια τέτοια περίπτωση; Πάλι θα αρχίσουμε το παιγνίδι του φεύγω και μένω; Είναι προφανές ότι μπήκαμε σ' ένα τούνελ στο οποίο ούτε φως φαίνεται, αλλά ούτε και πίσω μπορούμε να κάνουμε.
Μπουσουλώντας και ψηλαφώντας προσπαθούμε να βρούμε διέξοδο, αλλά κανείς δεν γνωρίζει πότε θα βρεθεί, ποια θα είναι αυτή, και με ποιες απώλειες θα μπορέσουμε να εξέλθουμε από το τούνελ. Με άλλα λόγια το Κυπριακό, η εθνική μας υπόθεση, δεν έχει προοπτική.
Τουλάχιστον για τους επόμενους πολλούς μήνες, αφού εκτός των άλλων στα κατεχόμενα οσονούπω εισέρχονται σε «προεκλογική» περίοδο. Και δεν χρειάζεται στην εξίσωση να προσθέσουμε το αρνητικό διεθνές περιβάλλον.




