Μια απλή ανάγνωση των απόψεων του νομικού Ανδρέα Αγγελίδη και του οικονομολόγου Χρίστου Ρότσα, που δημοσιεύουμε στη σημερινή μας έκδοση (σελίδες 26-27), σχετικά με την αντιμετώπιση από την Κυβέρνηση του θέματος των εκποιήσεων ακινήτων, αλλά και γενικότερα του μνημονίου που μας έχει επιβληθεί, προκαλεί θλίψη, αλλά και ελπίδα.

Θλίψη, γιατί αποδεικνύεται άλλη μια φορά πόσο επιδερμικά και αμαχητί αντιμετωπίζουν οι κυβερνώντες έξωθεν προτάσεις. Ελπίδα, γιατί διαπιστώνεται ότι δεν λείπουν από την Κύπρο μυαλά που μπορούν να δουλέψουν και να προτείνουν λύσεις, ρεαλιστικές και εφικτές.

Οι κύριοι Αγγελίδης και Ρότσας, από τη σκοπιά του νομικού ο ένας και του οικονομολόγου ο δεύτερος, προτείνουν τρόπους και μέτρα με τα οποία είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε το τσουνάμι που μας απειλεί. Μάλιστα, ο κ. Ρότσας επικαλείται και εφαρμογή κάποιων από τις εισηγήσεις τους σε άλλες χώρες, με θετικά αποτελέσματα.

Το ερώτημα είναι αν όλοι αυτοί που έχουν την ευθύνη να πάρουν τις τελικές αποφάσεις, που θα καθορίσουν το μέλλον χιλιάδων οικογενειών και του τόπου γενικότερα, μπορούν να ανοίξουν τα μάτια τους να δουν πέρα από τη μύτη τους και να αντιληφθούν ότι δεν μπορεί να έχει μαζευθεί όλη η σοφία στα δικά τους κεφάλια.

Όταν κανείς διαβάσει τα κείμενα των δυο, διερωτάται πώς είναι δυνατόν να βγαίνει είτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είτε ο Υπουργός Οικονομικών και να μας λένε ότι δεν υπάρχει σχέδιο β' για αντιμετώπιση της κατάστασης.

Μια θέση που την ανέτρεψαν οι ίδιοι από τη στιγμή που μπήκαν στη διαδικασία να συζητούν μεταξύ τους, αλλά και με τα κόμματα για να βρουν τρόπους που θα καθιστούσε το κυβερνητικό νομοσχέδιο αποδεκτό από τη Βουλή.

Η Κυβέρνηση, ύστερα από διαβουλεύσεις με την Τρόικα, κατέληξε σ' ένα νομοσχέδιο που μας είπε, περίπου, ότι είναι ευαγγέλιο και δεν δέχεται καμιά αλλαγή. Απόπειρα τροποποίησής του θα επέφερε την καταστροφή, το απόλυτο χάος, ή τσουνάμι όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από επίσημα χείλη.

Πώς μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα μπήκε σε διάλογο και συζητά ουκ ολίγες αλλαγές; Ποια αξιοπιστία μπορεί να διαθέτει αυτή η Κυβέρνηση; Ποιος θα την εμπιστευθεί στο μέλλον; Φαίνεται ότι εξέλιπε όχι μόνο η αξιοπιστία, αλλά και η σοβαρότητα. Τη στιγμή που η συζήτηση αφορά το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας.