Δεν ξέρω αν θεωρείται υποκρισία ή όχι το να ασχολούμαστε με θέματα αλληλεγγύης αυτές τις ιδιαίτερες μέρες. Δηλαδή τις μέρες λίγο πριν τις γιορτές… Πιστεύω όμως ότι οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μας διακρίνουν και μας καθορίζουν ως πολιτισμένους ανθρώπους. Οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μας διακρίνουν ως κοινωνία, έτσι ώστε να μπορεί να δείχνει με υπερηφάνεια ένα αληθινό και αξιοπρεπές πρόσωπο.
Πιστεύω ότι, έστω μια φορά τον χρόνο, έστω εκατό φορές τον χρόνο ή και κάθε μέρα, πρέπει και σαν άτομα και σαν πολιτεία να ανοίγουμε πόρτες και παράθυρα. Να δουν το σπίτι μας και οι άλλοι. Οι “άλλοι”… Όχι μόνο οι φίλοι. Όχι μόνο όσοι έρχονται στα σπίτια μας φορτωμένοι δώρα, φορτωμένοι ουίσκι και τριαντάφυλλα… Να ανοίγουμε τις πόρτες μας στο φως. Στο αληθινό φως. Αυτά που η ζωή τόσο απλόχερα μάς χάρισε, δεν μπορεί να συσσωρεύονται και να φυλάγονται με τόση φροντίδα και επιμέλεια σαν να πρόκειται για κάτι που μόνοι μας θα απολαμβάνουμε ανελέητα και εγωιστικά.
Ας ανοίγουμε, λοιπόν, κάπου-κάπου την πόρτα μας στο Φως. Και το φως δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αγάπη. Και η αγάπη τι είναι; Δεν είναι φυσικά μόνο θεωρία και φιλοσοφία! Αγάπη είναι η έμπρακτη απόδειξή μας ότι στη ζωή δεν εισπράττουμε μόνο, αλλά μοιραζόμαστε ταυτόχρονα. Αιτία, λοιπόν, για τούτο εδώ το κείμενο είναι μια πρόσφατη προσωπική εμπειρία. Βρίσκομαι σε ένα σπίτι φίλων. Τζάκι αναμμένο, αργά το βράδυ, καθώς τέσσερεις φίλοι παρακολουθούμε τον Πρόεδρο να απαντά στις ερωτήσεις Κύπριου δημοσιογράφου στην τηλεόραση.
Η απόλυτη ησυχία σπάει, καθώς ο νεαρός γιος της οικοδέσποινας ανοίγει σαν άνεμος την πόρτα. “Μάμμα, έσιεις πέντε ευρώ;”. Η μητέρα του τον κοιτάζει σιωπηλά. Ανοίγει το πορτοφόλι. Του δίνει το χαρτονόμισμα. “Καφετερία;”. “Όι μάμμα. Πεζίνα. Εν να πάω στο σπίτι του Κωνσταντίνου, εν μας αρέσκουν οι καφετερίες πκιον, εν θέλουμεν να ξοδεύκουμεν λεφτά για καφέδες”.
Αφήνουμε, λοιπόν, τον Πρόεδρο να απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου και αρχίζουμε τη συζήτηση. “Ο Ανδρέας, Πόλυ μου, είναι 27 ετών. Έχει σπουδάσει μάρκετινγκ σε κυπριακό κολέγιο. Εδώ και χρόνια ψάχνει να βρει δουλειά. Όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς έχουμε επιστρατευτεί. Ρωτάμε παντού. Απο εστιατόρια, γραφεία, εργοστάσια. Ενίοτε κάποιοι τον έχουν προσλάβει. Δεν τον πλήρωναν κι αναγκάστηκε να σταματήσει”.
Αναρωτιέμαι πώς γίνεται, πώς είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος, μορφωμένος και αξιοπρεπής, να είναι σε αδράνεια τόσα χρόνια. Ο Ανδρέας, λοιπόν, αναγκάζεται να ζητήσει πέντε ευρώ! Πέντε ευρώ, μόνο και μόνο για να τον φτάσουν να οδηγήσει από την Αγλαντζιά στη Λακατάμια και να επιστρέψει. Πόσες φορές έχει μείνει στον δρόμο από βενζίνη…
Πόσες φορές πληγώθηκε με όλο αυτό που βιώνει, πόσες φορές έχασε την αξιοπρέπειά του και το νεανικό, όμορφο χαμόγελό του… Μια λύση είναι να φύγει για το εξωτερικό. Ναι, είναι μια λύση. Πόσοι νέοι, όμως, θα φύγουν από αυτόν τον τόπο; Μήπως θα ξυπνήσουμε ένα πρωί ύστερα από χρόνια και θα αντικρίσουμε μπροστά μας ένα άδειο νησί; Δυο πράγματα μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε. Να πιέσουμε την Πολιτεία να βρει τρόπους εργοδότησης των νέων μας. Και, ταυτόχρονα, σαν άτομα να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απασχολούνται αυτά τα παιδιά.
Για παράδειγμα, να τους προτείνουμε απασχόληση σε οργανισμούς μη κερδοσκοπικούς, με μια βασική, έστω, τυπική αμοιβή. Έτσι ώστε να νιώσουν ότι δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ίσως το οργανωμένο κράτος να εργάζεται ήδη προς αυτήν την κατεύθυνση. Ίσως και να γίνονται πράγματα σημαντικά και χρήσιμα, που να μην τα γνωρίζουμε. Όμως ο Ανδρέας, που μόλις αναφέραμε, είναι εκτός της όποιας προσπάθειας. Ας ανοίξουμε τις πόρτες, λοιπόν, για όλους. Γιατί αυτό το Φως, ειδικά λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, θα φαντάζει μοναδικό και πολύ λαμπερό τούτες τις μέρες για όλους μας. Κι όχι μόνο για μερικούς!..




