Κρίσιμη η αναδιάρθρωση των δανείων, λένε οι δανειστές μας
Μέσα στις επιλογές των τραπεζών για διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων, είναι και η ρευστοποίηση περιουσιών των δανειοληπτών, λέει το ΔΝΤ


Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων και των καθυστερημένων δανείων καθώς και η αναδιάρθρωσή τους είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και ταυτόχρονα πιεστικό πρόβλημα για τις τράπεζες στην Κύπρο, οι οποίες θα πρέπει να βρουν πέραν της μιας επιλογής για διευθέτησή του. Η αποπληρωμή απλώς των τόκων δεν θα πρέπει να είναι η μοναδική επιλογή που έχουν οι τράπεζες ενώπιόν τους. Θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι κάποιοι δανειολήπτες πρέπει να εισέλθουν σε διαδικασία ρευστοποίησης.

Αυτό μαζί με τη δήλωση ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Κύπρο φτάνουν τα 19 δισεκατομμύρια ευρώ, ανέρχονται δηλαδή στο 120% του ΑΕΠ, ήταν τα θέματα στα οποία επικεντρώθηκαν οι ομιλίες στη χθεσινή πρώτη ημέρα του διήμερου σεμιναρίου για τη διαχείριση των καθυστερημένων δανείων και την αναδιάρθρωση δανείων, που διοργανώνει η Κεντρική Τράπεζα.

Όπως ελέχθη από τους ομιλητές, που ήταν ο διοικητής της Κεντρικής και εκπρόσωποι της Τρόικας, το 50% των δανείων των κυπριακών τραπεζών είναι μη εξυπηρετούμενα, ενώ τονίσθηκε το γεγονός ότι ο ιδιωτικός δανεισμός στην Κύπρο, τόσο για νοικοκυριά όσο και εταιρείες, ανέρχεται στο 300% του ΑΕΠ της χώρας, ποσοστό πολύ υψηλό, που ξεπερνά κατά πολύ το όριο του 133%, το οποίο περιλαμβάνεται στη διαδικασία μακροοικονομικών ανισοσκελειών.

Όλοι οι ομιλητές, πάντως, τόνισαν την κρισιμότητα της διαχείρισης των καθυστερημένων δανείων και της αναδιάρθρωσης των προβληματικών δανείων για να επιτύχει το Πρόγραμμα Στήριξης της Κύπρου.

Στο 300% ο ιδιωτικός δανεισμός
Ειδικότερα, στην ομιλία του ο Φίλιπ Κέρεμαν, επικεφαλής μονάδας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων της Κομισιόν, σημείωσε μεν ότι η διαχείριση των προβληματικών δανείων είναι δύσκολη υπόθεση, τόνισε, όμως, ότι το μέγεθος της συρρίκνωσης στην Κύπρο δεν ήταν όσο αρχικά αναμενόταν.
«Οι τράπεζες είναι εύθραυστες και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά η ύφεση είναι πιθανόν να είναι λιγότερο έντονη», είπε.

Ο κ. Κέρεμαν απέδωσε την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε τρεις λόγους:
- Στον υψηλό ιδιωτικό δανεισμό στην Κύπρο, τόσο για νοικοκυριά όσο και εταιρείες, που ανέρχεται στο 300% του ΑΕΠ της χώρας, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ το όριο του 133% που περιλαμβάνεται στη διαδικασία μακροοικονομικών ανισοσκελειών.
- Στην έντονη συρρίκνωση της οικονομίας, και,,
- Στην ανεπαρκή, όπως είπε, εποπτεία του τραπεζικού τομέα.

Ο αξιωματούχος της Κομισιόν σημείωσε ότι η αλλαγή της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για τον ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων είχε μεν ως αποτέλεσμα μια «καλύτερη εικόνα» του προβλήματος, όμως με βάση τη νέα οδηγία, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε μερικές τράπεζες αυξήθηκαν στο 50% του δανειακού τους χαρτοφυλακίου.

«Χρειάζεται δράση σε διάφορα μέτωπα, στο επίπεδο των τραπεζών, των δανειοληπτών και στο νομικό πλαίσιο. Θα είναι μια δύσκολη πράξη ισοσκελισμού και από τη μια κάποιος πρέπει να αποφύγει την στρατηγική χρεοκοπία, αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να σεβαστεί τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες», κατέληξε.

Να γίνουν και ρευστοποιήσεις για διευθέτηση δανείων
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η ομιλία του Λούις Καρταβάρια, Συμβούλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο οποίος παρουσίασε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Κύπρο ανέρχονται στο 46% του συνολικού μεικτού δανειακού χαρτοφυλακίου, που σε απόλυτους αριθμούς ανέρχεται σε €19 δις (120% του κυπριακού ΑΕΠ).

Ο κ. Καρταβάρια αναφέρθηκε στο παράδειγμα αναδιάρθρωσης των δανείων σε χώρες της Ασίας, όπου εκδηλώθηκε οικονομική κρίση, λέγοντας ότι στην Ινδονησία χρειάστηκε περίοδος τεσσάρων χρόνων για να κορυφωθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και άλλα δύο χρόνια για να αρχίσει η μείωσή τους. Στην Ταϊλάνδη η κορύφωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων πήρε τρία χρόνια και άλλα δύο χρόνια για να αποδώσουν οι προσπάθειες αναδιαρθρώσεων.

Σημείωσε, όμως, ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, αφού βασίζεται στα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας και δεν μπορεί να γίνει αντιγραφή πρακτικών.
«Δεν πρέπει να κάνουμε copy-paste του τι έγινε σε μια χώρα, ανέφερε. Πρέπει να πάρουμε τα μαθήματα και να μάθουμε από τα λάθη που έγιναν σε κάθε χώρα. Το σημαντικό μήνυμα είναι ότι το καθάρισμα των βιβλίων των τραπεζών απαιτεί χρόνο, είναι ένα δύσκολο έργο και δεν υπάρχει μαγικό ραβδί γι' αυτό, αλλά τουλάχιστον υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ».

Ο αξιωματούχος του ΔΝΤ σημείωσε ότι οι τράπεζες πρέπει να εξετάσουν πέραν της μίας επιλογής για τις αναδιαρθρώσεις και να μην παραμείνουν απλώς στην αποπληρωμή τόκου στο αρχικό ποσόν ενός δανείου.

«Υπάρχουν», είπε, «πολλές επιλογές. Οι τράπεζες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι κάποιοι δανειολήπτες πρέπει να εισέλθουν σε διαδικασία ρευστοποίησης. Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει σε τραπεζικές κρίσεις. Βεβαίως ο στόχος της αναδιάρθρωσης των δανείων είναι να ελαχιστοποιήσουμε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσουμε ότι αυτοί που μένουν στην αγορά είναι οι καλοί δανειολήπτες».

Κρίσιμο συστατικό του Προγράμματος
Ο Ράινερ Μάρτιν, επικεφαλής του τμήματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τον κυπριακό χρηματοπιστωτικό τομέα, τόνισε ότι η «η αναδιάρθρωση των δανείων είναι ένα απόλυτα κρίσιμο συστατικό του κυπριακού προγράμματος», αφού, όπως είπε, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ξεπερνά το 40% σε ορισμένες τράπεζες στην Κύπρο.
«Η κεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η ικανότητά τους να συνεχίσουν τη δανειοδότηση εξαρτάται από τη μεγιστοποίηση της αξίας των μη εξυπηρετούμενων δανείων», τόνισε.

Ο κ. Μάρτιν υπεραμύνθηκε της νέας οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για τον καθορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λέγοντας ότι οι νέες πρόνοιες συνάδουν με τις καλύτερες πρακτικές στην Ε.Ε. και ότι η νέα οδηγία «αποτελεί ένα βήμα στην αναγνώριση του προβλήματος».

Αναφέρθηκε και στις αναδιαρθρώσεις που καταβλήθηκαν στις κυπριακές τράπεζες λέγοντας ότι πριν από το 2013 το 35% των δανείων είχαν υποστεί κάποια νέα ρύθμιση, όπως την επέκταση της διάρκειας αποπληρωμής, την παροχή περιόδου χάριτος, αλλά και την επιβολή ποινών, σημειώνοντας ότι οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν πετυχημένες διότι το ενδεχόμενο νέας χρεοκοπίας ήταν υψηλό.

Να αλλάξουμε τρόπο σκέψης
Στη δική του ομιλία ο διοικητής της Κεντρικής Πανίκος Δημητριάδης χαρακτήρισε το ζήτημα της διαχείρισης και αναδιάρθρωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως ένα από τα πιο δύσκολα και πιο πιεστικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ο κυπριακός τραπεζικός τομέας, στον δρόμο για την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας.

Μείωσή τους, σημείωσε, θα συμβάλει στη μείωση των επιτοκίων μακροπρόθεσμα, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργηθούν επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα, γεγονός που θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα των τραπεζών στο μέλλον.

Ο κ. Δημητριάδης απέδωσε τα προβληματικά δάνεια κυρίως στη «μη συνετή διαδικασία και πρακτική σύναψης δανείων», που επέφερε σημαντική επίπτωση στη ρευστότητα των τραπεζών, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους θέση.

«Δυστυχώς, για πολλά χρόνια», ανέφερε, «ο τραπεζικός τομέας στην Κύπρο, όπως και σε άλλες χώρες, υιοθέτησε φτωχές πρακτικές διαχείρισης κινδύνων, οι οποίες κυριαρχούνταν από παροχή ενυπόθηκων δανείων και μιαν υπερ-επέκταση της αγοράς ακινήτων. Οι συνέπειες τέτοιων πρακτικών μπορεί να μην είναι εμφανείς σε περίοδο οικονομικής ανάπτυξης και ακόμη μπορούν να εμφανιστούν ως πετυχημένες την ώρα που αυξάνονται οι τιμές των ακινήτων και σε συνθήκες ισχυρής ζήτησης. Με τη συρρικνούμενη, όμως, ζήτηση, την ύφεση της οικονομίας και την αυξανόμενη ανικανότητα καταβολής των δόσεων, όπως και τη μείωση των τιμών των ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, οι τράπεζες παρουσίασαν προβλήματα ρευστότητας, αλλά και αυξανόμενες προβλέψεις. Αυτό είναι ένα πολύ πιεστικό ζήτημα στην Κύπρο, με τις καθυστερήσεις και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται σε πρωτοφανή επίπεδα».

Θα αξιολογηθούν οι εσωτερικές διαδικασίες
Ο κ. Δημητριάδης αναφέρθηκε στις νέες οδηγίες που εξέδωσε η Κεντρική για τον καθορισμό των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και τον Κώδικα Συμπεριφοράς για τη Διαχείριση των Καθυστερημένων Δανείων και είπε ότι η Κεντρική αναμένει πως οι τράπεζες θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες για τη δημιουργία σωστού περιβάλλοντος στη διαχείριση των καθυστερημένων δανείων εστιάζοντας την προσοχή τους στη σωστή εφαρμογή των οδηγιών, ενώ υπενθύμισε ότι στο πρώτο μισό του 2014 θα διεξαχθεί αξιολόγηση των εσωτερικών διαδικασιών, τη λειτουργική τους ικανότητα και την πολιτική διαχείρισης καθυστερημένων δανείων.

«Ο δρόμος μπροστά μας δεν είναι εύκολος», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι μέτοχοι και οι διοικήσεις των τραπεζών θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τα παλαιότερα ζητήματα φτωχής διαχείρισης των κινδύνων της πολιτικής παροχής δανείων με εξασφαλίσεις, που οδήγησαν στην ιστορική επέκταση των δανειακών χαρτοφυλακίων, η οποία με τη σειρά της οδήγησε στην αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των καθυστερήσεων.

Τέλος τόνισε την ανάγκη για αλλαγή στην κουλτούρα και τον τρόπο σκέψης για να βελτιωθούν τα πράγματα στον τραπεζικό τομέα.