ΓΑΛΑΖΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΥΨΗΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΜΗ ΒΙΩΣΙΜΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΛΙΕΥΣΗ


ΛΕΖΑΝΤΑ: Περίπου €1.400 ο μέσος μισθός στην Κύπρο όσων ασχολούνται επαγγελματικά με την αλιεία


 «…ἱερὸν ἰχθὺν ἐκ πόντοιο θύραζε λίνῳ καὶ ἤνοπι χαλκῷ»
«…ιερό ιχθύ από το κύμα του πόντου με λινό νήμα και αστραφτερό αγκίστρι ψάρευε»
 (Ομήρου, Ιλιάς, Ραψωδία Π 408)


Η Γαλάζια Οικονομία αναφέρεται στην αειφόρο χρήση και διατήρηση των θαλάσσιων, εσωτερικών υδάτινων και παράκτιων πόρων για την ασφάλεια τροφίμων, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την οικονομική ανάπτυξη των χωρών. Πρόκειται για την αλιεία, την υδατοκαλλιέργεια, τα ορυκτά, την ενέργεια, τις μεταφορές, το εμπόριο, την εκμετάλλευση των θαλάσσιων βυθών, τη διαχείριση των παράκτιων ζωνών, τον τουρισμό, τη θαλάσσια βιοτεχνολογία, καθώς και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Το σημαντικότερο είναι ότι συμβάλλει στην αναβάθμιση του τρόπου ζωής μέσα από τις παραπάνω δραστηριότητες.

Σε προηγούμενο άρθρο μας (Σημερινή, 7 Οκτ., σελ. 23), έγινε μια επισκόπηση στη Γαλάζια Οικονομία και Επιχειρηματικότητα, με αναφορά στις ευκαιρίες και δυνατότητες που διανοίγονται για τη νησιωτική οικονομία μας. Στην παρούσα έκδοση θα αναφερθούμε στην κυπριακή θαλάσσια αλιεία, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γαλάζιας οικονομίας.

Τάσεις στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή αλιεία

Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία από την Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), το 2016, η παγκόσμια παραγωγή ψαριού ανήλθε σε 171 εκατ. τόνους. Με την αλιευτική παραγωγή ψαριών από σύλληψη να παραμένει σχετικά στατική από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η υδατοκαλλιέργεια έχει διαχρονικά συμβάλει καθοριστικά στην εντυπωσιακή αύξηση της προσφοράς ψαριών για ανθρώπινη κατανάλωση. Η παγκόσμια συνολική αλιευτική παραγωγή ανήλθε σε 91 εκατ. τόνους το 2016, παρουσιάζοντας μικρή μείωση συγκριτικά με το 2011.

Ωστόσο, η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα χαρακτηρίζονται από υψηλό ποσοστό μη βιώσιμων αποθεμάτων, σε συνδυασμό με την υπεραλίευση. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, αφού καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος των αποθεμάτων -ειδικά στη Μεσόγειο Θάλασσα- και την ανάγκη για στροφή σε μια βιώσιμη «γαλάζια» αλιεία.

Μεγάλος στόλος με μικρά σκάφη

Ο αλιευτικός στόλος των 23 παράκτιων χωρών-μελών της ΕΕ αριθμούσε 63.976 ενεργά σκάφη το 2015. Η άμεση απασχόληση ανερχόταν σε 152.700 αλιείς (114.863 αλιείς πλήρους απασχόλησης). Ο μέσος ετήσιος μισθός ανά εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης υπολογίζεται σε €24.800, και κυμαίνεται από €1.400 στην Κύπρο έως €75.000 στο Βέλγιο. Η μεικτή προστιθέμενη αξία για τον στόλο της ΕΕ (εκτός της Ελλάδας) ανήλθε σε 3,9 δισ. ευρώ και τα μεικτά κέρδη (εκτός επιδοτήσεων) σε 1,6 δισ. ευρώ.

Να σημειωθεί ότι το 74% του ενεργού αλιευτικού στόλου της ΕΕ αποτελείται από μικρά σκάφη παράκτιας αλιείας και το 26% αποτελείται από μεγάλα σκάφη βιομηχανικής αλιείας. Η Ελλάδα διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό σκαφών παράκτιας αλιείας, που ανέρχεται σε 14.538, ενώ ακολουθούν η Ιταλία με 8.710 και η Πορτογαλία με 7.331 σκάφη. Ωστόσο, αν και η παράκτια αλιεία αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο ποσοστό του ευρωπαϊκού αλιευτικού στόλου, η οικονομική της απόδοση παραμένει σχετικά στάσιμη, ενώ ο αριθμός των σκαφών έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία.

Ο κυπριακός τομέας

Ο εγχώριος τομέας αποτελείται από την παράκτια αλιεία (σκάφη μήκους 4-12 μέτρων), που απασχολεί το μεγαλύτερο ποσοστό των αλιέων, την αλιεία της τράτας βυθού (άνω των 12 μέτρων) και την πελαγική αλιεία (σκάφη άνω των 18 μέτρων), που αποτελείται κυρίως από την αλιεία ξιφία και τόνου. Εκτιμάται ότι για το 2017 ο συνολικός αριθμός ενεργών σκαφών ανερχόταν περίπου σε 800, εκ των οποίων τα 762 είναι μικρά σκάφη παράκτιας αλιείας. Ο αριθμός των εργαζομένων ανέρχεται αντίστοιχα σε 1.205 (705 πλήρους απασχόλησης). Ο κλάδος αποτελείται αποκλειστικά από μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις άνω της μίας γενιάς και στοχεύει δύο κατηγορίες ψαριών: τα μεγάλα πελαγικά είδη (ξιφία, μακρύπτερο τόνο, ερυθρό τόνο κ.λπ), και τα βυθόβια είδη (μπαρπούνι, σκάρο, κουρκούνα, στρίλια, γόπα, χταπόδι κ.λπ).

Με βάση στοιχεία του Ετήσιου Απολογισμού για την Αλιευτικό Στόλο στην ΕΕ το 2017, η ετήσια συνεισφορά του κυπριακού αλιευτικού τομέα σε έσοδα ανέρχεται περίπου στα 7 εκατ. ευρώ και παρουσιάζει κάμψη σε σχέση με την τελευταία δεκαετία, ενώ ο κλάδος σε όρους μεικτού και καθαρού κέρδους χαρακτηρίζεται ως ζημιογόνος (2017 Annual Economic Report on the EU Fishing Fleet). Η αρνητική οικονομική κατάσταση σημαίνει ότι ο κυπριακός στόλος ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες στο μέλλον και να οδηγήσει στην παύση της δραστηριότητας πολλών σκαφών, κυρίως μικρής κλίμακας, λόγω της αύξησης των δαπανών και της μείωσης της αξίας αλιευτικής παραγωγής. Αν και οι μέσες τιμές αλιευμάτων παρουσιάζουν μια πτωτική τάση από το 2011, παραμένουν συγκριτικά σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με άλλες μεσογειακές χώρες.

Περίπου 1.500 τόνοι ψάρι αλιεύονται κάθε χρόνο στα κυπριακά θαλάσσια ύδατα - ο τομέας δεν συνεισφέρει σημαντικά (λιγότερο από 0,5%) στο κυπριακό ΑΕΠ, αλλά παραμένει σημαντικός για τις εξαρτώμενες από την αλιεία περιοχές για άμεση απασχόληση (πλοιοκτήτες και μέλη πληρώματος) και βοηθητικές υπηρεσίες (όπως ψαροταβέρνες, ιχθυοτροφεία, κατασκευές σκαφών), καθώς και για τον αλιευτικό τουρισμό. Τα κυριότερα προβλήματα βιωσιμότητας που αντιμετωπίζει είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των νερών, η ρύπανση, αλλά και η έλλειψη ζωτικού αλιευτικού χώρου.

* Ο Δρ Παναγιώτης Κοντάκος είναι Επίκουρος Καθηγητής στη Διεθνή Επιχειρηματικότητα, Διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος ΜΒΑ στο Πανεπιστήμιο UCLan Cyprus, καθώς και Συνδιευθυντής στο Κέντρο Επιχειρηματικότητας CEDAR.

O κ. Μάριος Παπαγεωργίου (MRes, MBA, BSc), είναι Θαλάσσιος Βιολόγος και Ωκεανογράφος, απόφοιτος των Πανεπιστημίων Plymouth και UCLan Cyprus και Ερευνητής στο Enalia Physis Environmental Research Centre.

Ανάγκη στήριξης της παράκτιας αλιείας

«… η κακόν ο γριπεύς ζώει βίον, ω δόμος α ναυς, και πόνος εντί θάλασσα, και ιχθύες α πλάνος άγρα»
[Αλήθεια, ο ψαράς περνάει άθλια ζωή, που έχει σπίτι του το πλοίο, δουλειά του τη θάλασα και κυνήγι του αβέβαιο τα ψάρια]
(Στοβαίος, Δ΄, XVII, 19)


Η παραδοσιακή ή παράκτια αλιεία αποτελείται από τοπικές επιχειρήσεις που αλιεύουν ψάρια τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για ανθρώπινη κατανάλωση. Η παραδοσιακή χρησιμοποιεί λιγότερα καύσιμα από τη βιομηχανική ανά τόνο εκφορτωθέντων ιχθύων και είναι πιο επιλεκτική από τη βιομηχανική, αφού χρησιμοποιεί μεθόδους και εργαλεία, τα οποία βασίζονται σε μια βαθιά γνώση της συμπεριφοράς των ψαριών, που επιτρέπουν στα ψάρια κυριολεκτικά να «σαγηνεύονται». Σε μεγάλο βαθμό, η παραδοσιακή αλιεία ανταγωνίζεται τους βιομηχανικούς στόλους, αφού εκμεταλλεύονται τα ίδια παράκτια αποθέματα με μηχανότρατες και γρι-γρι. Ωστόσο, η λήψη αποφάσεων, συνήθως δίνει μικρή σημασία στην παραδοσιακή αλιεία, αφού έχει χαμηλή οικονομική συνεισφορά και συχνά αγνοείται.

Αλιεία, καινοτομία και γαλάζια ανάπτυξη

Η προώθηση, η ρύθμιση και η παρακολούθηση των υπεύθυνων πρακτικών είναι απαραίτητες για τη βιωσιμότητα των αλιευτικών πόρων


Λαμβάνοντας υπόψη τα υφιστάμενα προβλήματα, προκύπτει επείγουσα ανάγκη για στροφή σε μια βιώσιμη «γαλάζια» αλιεία. Η γαλάζια ανάπτυξη είναι αγκυροβολημένη στην αρχή ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα υδρόβια οικοσυστήματα είναι θεμελιώδεις για την ανθρώπινη ευημερία. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες των θαλάσσιων οικοσυστημάτων παρέχουν περισσότερο από το 60% της οικονομικής αξίας της παγκόσμιας βιόσφαιρας, εξ ου και η παγκόσμια κοινότητα επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην ανάπτυξη της οικονομικής ικανότητας για την εκμετάλλευση των υδάτινων οικοσυστημάτων και των υπηρεσιών που παρέχουν με βιώσιμο τρόπο. Αυτό αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση για την ασφάλεια των τροφίμων και τη διαβίωση ή την επίτευξη των στόχων της αειφόρου ανάπτυξης.

Στοχεύοντας στην αειφόρο χρήση της θαλάσσιας περιοχής της Κύπρου και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των φυσικών πόρων, κρίθηκε αναγκαία από το 2014 η εφαρμογή μιας Εθνικής Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό και της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής της ΕΕ, θα υλοποιηθούν δράσεις για ορθολογιστική διαχείριση των αλιευτικών πόρων, ανάπτυξη και βελτίωση των φιλικών προς το περιβάλλον αλιευτικών μεθόδων, προστασία και ανάπτυξη των αποθεμάτων και αναβάθμιση των επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων.

Επίσης, η θέσπιση θαλάσσιων ζωνών στη Μεσόγειο, περιλαμβανομένων των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (και της κυπριακής ΑΟΖ), αναμένεται ότι θα ωφελήσει στη γαλάζια ανάπτυξη, αφού οι ΑΟΖ συμβάλλουν σε μιαν αποτελεσματικότερη πολιτική χωροταξικού σχεδιασμού, η οποία με τη σειρά της θα προσελκύσει επενδύσεις και περαιτέρω οικονομικές δραστηριότητες.