Στις δυο αντιφατικές όψεις του Σχεδίου στέκεται ο οικονομολόγος Δρ Νέαρχος Ιωάννου, επισημαίνοντας αφενός την κοινωνική διάσταση και αφετέρου τον κίνδυνο κάποιοι που μπορούν να πληρώσουν, να μην το πράξουν, αναλύοντας περαιτέρω τις επιπτώσεις σε καταθέτες, αγορά ακινήτων, τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκτασιν στο οικονομικό γίγνεσθαι.
«Το φαινόμενο “Εστία” έχει, κατά την άποψή μου, δύο όψεις. Η πρώτη είναι ότι κάποιος, ο οποίος παίρνει ένα δάνειο, δεν μπορεί να το πληρώσει στην πορεία για πολλούς και διάφορους λόγους. Μπορεί να έχασε τη δουλειά του, να άλλαξαν τα οικονομικά του δεδομένα ή μπορεί να μην θέλει να το πληρώσει γιατί υπάρχουν και αυτά τα φαινόμενα, που δεν είναι η πλειοψηφία», σημειώνει ο Δρ Ιωάννου.
Εξηγεί ότι «όταν το υπόλοιπο του δανείου είναι κάτω από ένα ποσό, τότε βάσει αυτού του Σχεδίου επεμβαίνει το κράτος, άρα ο φορολογούμενος, για να στηρίξει αυτόν τον δανειολήπτη. Τα λεφτά που έλαβε ένας δανειολήπτης για να αγοράσει ένα σπίτι δεν είναι λεφτά της τράπεζας, αλλά του καταθέτη. Το τραπεζικό σύστημα προνοεί ότι, σε περίπτωση που κάποιος δεν μπορεί να πληρώσει, πουλά το σπίτι ή το πουλά η τράπεζα και παίρνει τα λεφτά του ο καταθέτης. Εάν δεν πωληθεί το σπίτι», σχολιάζει, «τότε ο καταθέτης μένει χωρίς λεφτά και σημαίνει ότι αγοράζει ένα σπίτι σε έναν δανειολήπτη. Αυτό είναι άδικο».
Ωστόσο, συμπληρώνει, «υπάρχει και το κοινωνικό στοιχείο. Δηλαδή εάν ξεκινήσουν μαζικές πωλήσεις πρώτης κατοικίας, τότε θα βρεθεί πολύς κόσμος ξεσπιτωμένος. Το κράτος», προσθέτει, «έχει υποχρέωση να κάνει οικονομική πολιτική έστω και εάν οι φορολογούμενοι, οι πολλοί δηλαδή, στηρίζουν τους λίγους. Είναι στη φιλοσοφία μιας Δημοκρατίας να μπορεί το κράτος, μέσω φορολογίας, να στηρίζει αδύναμες ομάδες του πληθυσμού. Κάποιος, ο οποίος αγόρασε ένα σπίτι και δεν μπορεί να το πληρώσει ανήκει σ’ αυτή την ομάδα; Είναι ένα ερώτημα, το οποίο πρέπει να απαντηθεί», τονίζει.
Σημειώνει επί τούτου ότι «εάν δεν επέμβει η Κυβέρνηση και δεν γίνει το “Εστία”, τότε οι τράπεζες θα προσπαθήσουν να πωλήσουν όλα αυτά τα ακίνητα, τα οποία είναι πάρα πολλές χιλιάδες. Δεν θα μπορέσουν να τα πωλήσουν. Στην προσπάθειά τους να τα πωλήσουν επειδή θα υπάρχει υπερπροσφορά θα μειωθούν οι τιμές των ακινήτων, οπότε θα μειωθούν οι αξίες των υποθηκών τους και θα χρειαστούν τεράστια κεφάλαια για να καλύψουν αυτήν τη μείωση, που θα έχουν οι τιμές των ακινήτων ως επακόλουθο της προσπάθειάς τους να πωλήσουν μαζικά πρώτες κατοικίες, οι οποίες εξασφαλίζουν δάνεια. Άρα», λέει ο κ. Νεάρχου, «εάν δεν επέμβει η Κυβέρνηση μπορεί να καταστραφεί εντελώς το τραπεζικό σύστημα. Αυτό θα είχε τεράστιες αρνητικές
Οι δύο (αντιφατικές) όψεις του Σχεδίουεπιπτώσεις στην οικονομία».
Διερωτάται, πάντως, αν «κάνει στεγαστική πολιτική η Κυβέρνηση μέσω των μη εξυπηρετούμενων δανείων;» και κατά πόσον «είναι ο ορθός τρόπος να κάνει μια τέτοια πολιτική; Ουσιαστικά όχι», τονίζει και σημειώνει ότι θα έπρεπε η Κυβέρνηση «να είχε προγράμματα όπως υπάρχουν σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, που να μπορεί να χτίζει για τον φτωχό κόσμο ή να ενοικιάζει ή να μπορεί να αγοράζει. Το να γίνεται μέσω ενός συστήματος, που πάει να “τουμπάρει”, δεν είναι σωστό. Ίσως να δημιουργώ την εντύπωση ότι φάσκω και αντιφάσκω», αναφέρει.
Απλώς, συνεχίζει, «παραθέτω τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Υπάρχει η μια πλευρά, που είναι η αδικία διότι ουσιαστικά για να μην πληρώσει τη “νύφη” ο καταθέτης, την πληρώνει ο φορολογούμενος. Από την άλλη, εάν δεν γίνει αυτό, οι παρενέργειες στην οικονομία και στην κοινωνία γενικά θα είναι τεράστιες. Οπότε εξάγεται το λογικό συμπέρασμα ότι υπό τις συνθήκες είναι πιο νούσιμο και ορθό να γίνει το “Εστία”, έστω και εάν βασίζεται σε λανθασμένους άξονες, έστω και εάν υπάρχει αδικία, έστω και εάν θα έπρεπε η κυβέρνηση να κάνει στεγαστική πολιτική μέσω άλλων σχεδίων και όχι μέσω του τραπεζικού συστήματος. Ο ηθικός κίνδυνος είναι ορατός», προειδοποιεί.
«Εφόσον η Κυβέρνηση θα πληρώνει ένας μέρος της δόσης, γιατί εγώ να πληρώνω δόση; Γιατί να πληρώνω τα 3/3 της δόσης και κάποιος άλλος για δικούς του λόγους να πληρώνει τα 2/3 για να μπορέσει να το ξοφλήσει; Ενδεχομένως να πω κι εγώ κοίταξε να δεις, επιβραβεύω αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν, εις βάρος αυτών που μπορεί από τη στέρησή τους να πληρώνουν τη δόση τους. Επειδή ζούμε στην Κύπρο και υπάρχει αυτό το στοιχείο στην νοοτροπία μας, μπορεί να πει κάποιος “καλά εγώ είμαι ο βλάκας της υπόθεσης; Δεν θα πληρώνω, να βγω κι εγώ μη εξυπηρετούμενος, θα φροντίσω να χρωστώ κάτω από €350 χιλ. να πληρώνει 1/3 της δόσης η κυβέρνηση και είμαστε μια χαρά”. Δηλαδή να επιδοτεί ο φορολογούμενος στεγαστικά δάνεια. Αυτό είναι λάθος», είναι το σχόλιο του κ. Νεάρχου.
Προχωρώντας τη σκέψη του, μας λέει ότι «υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, αυτό του λαϊκισμού, επειδή αυτοί που χρωστούν και δεν μπορούν να πληρώσουν είναι πάρα πολλοί μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους τους και είναι και ψηφοφόροι, υπάρχει το στοιχείο του λαϊκισμού σε όλο του το μεγαλείο σε όλα τα κόμματα ότι πρέπει να βοηθηθούν αυτοί οι άνθρωποι. Πουλούν ουσιαστικά εκδούλευση σε αυτόν τον κόσμο, ο οποίος είναι σε κακή μοίρα. Αλλά πώς να το κάνουμε;
»Τα λεφτά, με τα οποία αγοράστηκαν τα σπίτια ανήκουν στους καταθέτες και κάποιος πρέπει να σκεφτεί και τους καταθέτες και επειδή δεν υπάρχει διάθεση να ρισκάρουμε να χάσουν κι άλλοι καταθέτες λεφτά, που είναι μια βάρβαρη πράξη, σοφιστήκαμε αυτό το πράγμα και έρχεται ο ανυποψίαστος φορολογούμενος να πριμοδοτήσει, καλώς ή κακώς, αυτά τα δάνεια. Επειδή, όμως», επισημαίνει, «το φαινόμενο έχει προσλάβει τέτοιες διαστάσεις, πλέον δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω, είτε είναι λαϊκισμός ή όχι, είτε είναι άδικο ή όχι. Σημασία έχει να σωθεί το σύστημα και αυτήν τη στιγμή είναι όντως ο μόνος τρόπος».




