ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΟΙ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ 214.000 ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΑΡΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ
ΜΟΝΙΜΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΕΝΑΣ ΤΟΥΣ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΦΤΩΧΙΑΣ ΕΙΤΕ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΕΤΑΙ ΕΙΤΕ ΣΥΡΡΙΚΝΩΝΕΤΑΙ
Από το 2015 μέχρι το 2017 το ποσοστό του πληθυσμού, που βρίσκεται εκτεθειμένο σε κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού, μειώθηκε κατά 3,7%. Σε απόλυτους αριθμούς, απομακρύνθηκαν από τον «δακτύλιο» των συγκεκριμένων κινδύνων 29.364 άτομα
Η οικονομική ανάπτυξη φαίνεται ότι έχει αντίκρισμα, έστω και με σαφώς βραδύτερους ρυθμούς, στις οικονομικά ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού. Με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας προκύπτει ότι, όσο η οικονομία του τόπου ταλανιζόταν από την ύφεση, φυσιολογικά και τα ποσοστά του πληθυσμού, που ήταν εκτεθειμένα στους κινδύνους της φτώχιας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, αυξάνονταν δραματικά.
Ωστόσο, μετά την επιστροφή της κυπριακής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τη σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας, μειώνεται το ποσοστό του πληθυσμού που είναι εκτεθειμένο στους κινδύνους. Σημειώνεται ότι ποσοστό κινδύνου φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι το ποσοστό του πληθυσμού που είναι κάτω από το όριο της φτώχιας ή ζει σε νοικοκυριά που έχουν σοβαρή υλική στέρηση ή ζει σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας.
Το ορόσημο του 2015
Το 2015 είχε κορυφωθεί το πρόβλημα της φτώχιας και του κοινωνικού αποκλεισμού, έχοντας φτάσει στο απόγειό του μετά από μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής ύφεσης, η οποία είχε αρχίσει να «δείχνει τα δόντια» της στην κοινωνία των πολιτών, από το 2011 κι έπειτα. Το τελευταίο τρίμηνο του 2015, η ασθενούσα κυπριακή οικονομία είχε δώσει σημάδια ζωής - για πρώτη φορά μετά από τρία σχεδόν χρόνια, κατέγραψε μικρό μεν, αλλά θετικό ρυθμό ανάπτυξης.
Η απλή παρατήρηση της καμπύλης του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας και της καμπύλης του δείκτη κινδύνου φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού δεικνύει σαφή βελτίωση, καθώς η κυπριακή οικονομία προσεγγίζει τα μεγέθη του 2011. Εάν ληφθεί υπόψη δε ότι η οικονομία του τόπου λειτουργεί, πλέον, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες από αυτές του 2011 καταγράφοντας πλεονάσματα, τότε μπορεί να αντικριστεί με περισσότερη αισιοδοξία η μελλοντική πορεία του δείκτη κινδύνου φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Βελτίωση, μεν, αλλά…
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, το οποίο προκύπτει αβίαστα παρατηρώντας τα δύο γραφήματα, είναι ότι μονίμως την τελευταία δεκαετία το ?, σχεδόν, του πληθυσμού της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένο στους κινδύνους της φτώχιας ή του κοινωνικού αποκλεισμού είτε η οικονομία μεγεθύνεται είτε συρρικνώνεται. Βεβαίως στα ίδια, περίπου, επίπεδα βρίσκεται και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.
Αναλογικά, για κάθε τέσσερεις ανθρώπους που συναντάμε στο δρόμο, ο ένας δύναται να είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο της φτώχιας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Πίσω από τα ποσοστά «κρύβονται» άνθρωποι εξ ου και επιλέξαμε να παραθέσουμε μαζί με τα ποσοστά και τους απόλυτους αριθμούς, αντλώντας στοιχεία από τις σχετικές έρευνες της Στατιστικής Υπηρεσίας των τελευταίων ετών:
2017: 25,2% ή 214.636 άτομα
2016: 27,7% ή 233.942 άτομα
2015: 28,9% ή 244.000 άτομα
2014: 27,4% ή 234.000 άτομα
Από το 2015 μέχρι το 2017 το ποσοστό του πληθυσμού, που βρίσκεται εκτεθειμένο σε κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού, μειώθηκε κατά 3,7%. Σε απόλυτους αριθμούς, απομακρύνθηκαν από τον «δακτύλιο» των συγκεκριμένων κινδύνων 29.364 άτομα.
Δείκτης Κινδύνου Φτώχιας
Το χρηματικό όριο κινδύνου φτώχιας το 2017 ήταν στις €8.698 για νοικοκυριά ενός ατόμου σε σύγκριση με €8.412 το 2016. Για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά, το χρηματικό όριο κινδύνου φτώχιας το 2017 ήταν στις €18.266 για νοικοκυριά σε σύγκριση με €17.665 το 2016.
Σύμφωνα με την έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας, το ποσοστό του πληθυσμού, το διαθέσιμο εισόδημα του οποίου βρισκόταν κάτω από τα πιο πάνω χρηματικά όρια, παρουσίασε μείωση, φτάνοντας στο 15,7% το 2017 σε σύγκριση με 16,1% το 2016 και 16,2% το 2015, τα οποία ήταν και τα υψηλότερα ποσοστά, στα οποία έφτασε ποτέ ο δείκτης αυτός.
Δείκτης Σοβαρής Υλικής Στέρησης
Πτωτικά κατά 2,1% κινήθηκε το 2017 και το ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρή υλική στέρηση. Συγκεκριμένα, υποχώρησε στο 11,5% σε σύγκριση με 13,6% το 2016. Η βελτίωση είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σύγκριση με το 2015, οπότε και ο συγκεκριμένος δείκτης είχε αγγίξει το 15,4%.
Με τον όρο σοβαρή υλική στέρηση, η Στατιστική Υπηρεσία εννοεί τον πληθυσμό που στερείται, λόγω οικονομικών δυσκολιών, τουλάχιστον τέσσερα από τα ακόλουθα αγαθά και υπηρεσίες:
1 Καθυστέρηση στην αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών (ρεύμα, νερό κ.λπ.), ενοίκιο ή δόσεις δανείων κύριας κατοικίας ή δόσεις άλλων δανείων.
2 Οικονομική αδυναμία για πληρωμή μιας εβδομάδας διακοπών.
3 Οικονομική αδυναμία στην αντιμετώπιση έκτακτων, πλην όμως αναγκαίων δαπανών.
4 Οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση.
5 Οικονομική αδυναμία για διατροφή, η οποία να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη μέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης αξίας.
6 Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν αυτοκίνητο.
7 Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν τηλέφωνο.
8 Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν έγχρωμη τηλεόραση.
9 Οικονομική αδυναμία να διαθέτουν πλυντήριο ρούχων.
Δείκτης Πολύ Χαμηλής Έντασης Εργασίας
Στα σημαντικά καταγράφεται και η βελτίωση του δείκτη, που αντιπροσωπεύει το ποσοστό του πληθυσμού των ηλικιών 0 έως 59 ετών, το οποίο ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.
Ο δείκτης υποχώρησε το 2017 στο 9,4%, μετά από συνεχή άνοδο τα τελευταία χρόνια, που τον έφεραν να αγγίζει το 10,6% το 2016. Ο δείκτης προσμετρά τους ενήλικες κάθε νοικοκυριού, οι οποίοι εργάστηκαν κατά την περασμένη χρονιά λιγότερο από το 20% της συνολικής τους δυνατότητας.
Οριακή μείωση στην ψαλίδα πλούσιων-φτωχών
Το μέσο ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού για το 2017, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2016, ήταν €30.376, παραμένοντας στα ίδια περίπου επίπεδα με το αντίστοιχο της προηγούμενης χρονιάς, το οποίο ήταν στις €29.942. Τα αποτελέσματα της έρευνας της Στατιστικής Υπηρεσίας δεικνύουν ότι το 2017, οι δύο συντελεστές οικονομικής ανισότητας, με περίοδο αναφοράς το 2016, παρουσιάζουν μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υποδηλώνοντας βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος των νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος συντελεστής, ο οποίος εξετάζει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού σε σύγκριση με το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, παρουσιάζει βελτίωση φτάνοντας το 2017 στο 4,6 σε σύγκριση με 4,9 το 2016. Με απλά λόγια, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού το 2017 ήταν 4,6 φορές υψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
Ο συγκεκριμένος συντελεστής κινείται πτωτικά από το 2014 κι έπειτα.
· 2014: 5,4
· 2015: 5,2
· 2016: 4,9
· 2017: 4,6
Ο δεύτερος συντελεστής (Gini), ο οποίος δεικνύει την άνιση κατανομή του εισοδήματος, κινείται επίσης πτωτικά και υπολογίζεται, το 2017, στο 30,8%, σε σύγκριση με 32,1% το 2016.
· 2014: 34,8%
· 2015: 33,6%
· 2016: 32,1%
· 2017: 30,8%




