ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΗ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ
ΕΓΚΡΙΤΟΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΗ «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΟΡΙΣΜΑΤΟΣ
Για τη χρησιμότητα των πορισμάτων Ερευνητικών Επιτροπών, πέρα από την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων, την ορθότητα παράλληλης με την ακροαματική διαδικασία διεξαγωγής ποινικής έρευνας και το ενδεχόμενο αμφισβήτησης των τελικών συμπερασμάτων για την κατάρρευση του Συνεργατισμού λόγω των ισχυρισμών περί «σύγκρουσης συμφερόντων» του μέλους Γ. Γεωργίου, μιλούν στη «Σημερινή» της Κυριακής επιφανείς και έγκριτοι νομικοί.
Προσεγγίζοντας νομικά τις συντεταγμένες επί των οποίων διεξάγεται το έργο της Ερευνητικής Επιτροπής, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Δώρος Ιωαννίδης, ο ποινικολόγος Ηλίας Στεφάνου, ο νομικός Στέλιος Αμερικάνος και ο δρ Παύλος Κούρτελλος αναλύουν και σχολιάζουν τις επιμέρους πτυχές.
Επί το (ερευνητικόν) έργον
«Ένα πόρισμα συμβάλλει στην έκθεση εκείνων των γεγονότων και συνθηκών που προκάλεσαν την έγερση μίας κατάστασης δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Συνακόλουθα, αποτυπώνει εισηγήσεις και διαπιστώσεις συναφείς του ζητήματος που η Επιτροπή καλείται να διερευνήσει εμπεριστατωμένα και αντικειμενικά. Παρεπόμενα, δύναται να λειτουργήσει ως θεμέλιο διενέργειας διαδικασιών ερεύνης και απόδοσης ευθυνών από τα αρμόδια προς τούτο κατά νόμω όργανα», εξηγεί ο δρ Παύλος Κούρτελλος.
Ως «κυρίως ζητούμενο» σε σχέση με το αποτέλεσμα και τα συμπεράσματα που θα καταγράψει η Ερευνητική, ο δικηγόρος Στέλιος Αμερικάνος υπογραμμίζει την ανάγκη «να μην καταλήξει το πόρισμα στον κάλαθο των αχρήστων, αλλά να αποτελέσει τη βάση απόδοσης ποινικών, αστικών, πειθαρχικών και πολιτικών ευθυνών» και υπενθυμίζει ότι «έρευνες σχετικά με τον Συνεργατισμό έχουν γίνει και σε προηγούμενες δεκαετίες, για τα ζητήματα της κακοδιαχείρισης, της χορήγησης δανείων χωρίς εξασφαλίσεις και γενικά της λειτουργίας ενός Οργανισμού, που πόρρω απείχε από τις καλές πρακτικές διακυβέρνησης μιας τράπεζας. Συνεπώς, αυτό το πόρισμα θα πρέπει, σε αντιδιαστολή με ό,τι έγινε σε προηγούμενες περιπτώσεις, να τύχει πραγματικής χρήσης και εκμετάλλευσης».
Χωρίς, πάντως, να προκαταλαμβάνει το πόρισμα της Επιτροπής, ο ίδιος εξηγεί ότι «η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδώσει ευθύνες. Θα εξαγάγει συμπεράσματα. Μπορεί να δακτυλοδείξει και να κάνει και συγκεκριμένη αναφορά σε πρόσωπα και θεσμούς, αλλά απ' εκεί και πέρα επαφίεται στους συντεταγμένους θεσμούς του Κράτους να κινήσουν τις διαδικασίες τιμωρίας τυχόν εμπλεκομένων».
Στον βαθμό δυσκολίας που συναντά το εγχείρημα μιας πρώτης, εκ των έξω, αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που είδε το φως μέσω της δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας που βρίσκεται εν εξελίξει, αναφέρεται ο δικηγόρος Ηλίας Στεφάνου: «Οι μόνοι που μπορούν να αξιολογήσουν αυτό καθαυτό το μέχρι στιγμής μαρτυρικό υλικό είναι τα μέλη της Ερευνητικής Επιτροπής. Η αξιολόγηση του υλικού είναι πάρα πολύ δύσκολη, διότι δεν υπάρχει αντιπαράθεση, ώστε η Ερευνητική να καταλήξει σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Στο τέλος, το πόρισμα θα παραδοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος θα κρίνει με βάση το μαρτυρικό υλικό πώς θα προχωρήσει. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το πόρισμα θα βοηθήσει σημαντικά τον Εισαγγελέα να αποφασίσει τι θα πράξει».
Ποινική έρευνα τώρα;
Στο ερώτημα απαντούν καταφατικά τόσο ο Στέλιος Αμερικάνος, όσο και ο Παύλος Κούρτελλος, ο οποίος θεωρεί ιδιαίτερα διαφωτιστικό «τον προσδιορισμό της φύσης σε συνάρτηση με τον σκοπό διορισμού της Ερευνητικής Επιτροπής». Με σαφείς αναφορές στις σχετικές νομικές διατάξεις και Κανονισμούς, συνεχίζει:
«Σύμφωνα με τον Καν. 4 (1) της Κ.Δ.Π. 201/2018, που εξεδόθη δυνάμει του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, Κεφ. 44, ‘η Ερευνητική Επιτροπή εντέλλεται όπως προβεί στη διεξαγωγή πλήρους και ενδελεχούς έρευνας με αντικείμενο τη διακρίβωση όλων εκείνων των γεγονότων, αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που σχετίζονται με τους λόγους και τα αίτια που οδήγησαν το συνεργατικό πιστωτικό σύστημα […] στην κατάσταση στην οποία περιήλθαν […]’. Πρόκειται για καθαρά ερευνητικό σώμα. Έχει κριθεί νομολογιακά πως ‘δεν υπάρχει οτιδήποτε στο άρθρο 2(1) (α) του Νόμου’ (νοείται του Κεφ. 44), ‘που να δικαιολογεί την άποψη ότι η Ερευνητική Επιτροπή καθορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις οποιουδήποτε σε οποιαδήποτε σφαίρα του δικαίου’. Συνεπώς, δεν εντέλλεται να εξακριβώσει κατά πόσον διαπράχθηκε κάποιο ποινικό αδίκημα. Οπότε, δεν θα ήταν εσφαλμένη η διεξαγωγή ποινικής έρευνας για το ίδιο θέμα παράλληλα».
Από την πλευρά του, ο Στέλιος Αμερικάνος αναφέρει ότι «για τις περιπτώσεις που υπήρχε ήδη μαρτυρικό υλικό και καταγγελία έχουν καταχωρισθεί ποινικές υποθέσεις από τον Γενικό Εισαγγελέα σε βάρος πρώην αξιωματούχων της ΣΚΤ. Στην περίπτωση που προκύψουν στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν ποινικές διώξεις, τότε ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να προχωρήσει ανεξάρτητα αν έχει ή δεν έχει εκδοθεί το πόρισμα».
Επί της διαδικασίας, αλλά και του τρόπου χειρισμού του οποίου θα πρέπει να τύχει μαρτυρικό υλικό που θα σχετίζεται με ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες, ο κ. Στεφάνου αναφέρει:
«Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής καθορίζεται από την ίδια. Στο παρελθόν υπήρξε Επιτροπή (Καλλής, ‘Ήλιος’) που επέτρεψε να αντεξεταστούν οι μάρτυρες. Υπήρξε και περίπτωση άλλης Επιτροπής (Πολυβίου, Μαρί), που επέτρεψε την υποβολή ερωτήσεων εκ των προτέρων προς την Επιτροπή, η οποία έκρινε ποιες ερωτήσεις θα ήταν βοηθητικές για το έργο της. Στην παρούσα ακροαματική διαδικασία, δεν έχουμε δει να εμπλέκεται στη διαδικασία οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μέσω δικηγόρου.
»Ως εκ τούτου, η διαδικασία διεξάγεται μόνο από την ίδια την Επιτροπή. Το σημαντικό σε τέτοιες διαδικασίες είναι τα συμπεράσματα που αφορούν τις οποιεσδήποτε διοικητικές ή εκτελεστικές δυσλειτουργίες, όπως και ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες. Συμπληρωματικά, μπορούν να αναδειχθούν οποιεσδήποτε ποινικές πτυχές, οι οποίες κατά την ταπεινή μου εισήγηση θα πρέπει, χωρίς να δημοσιοποιούνται, να αποστέλλονται προς εξέταση στον Γενικό Εισαγγελέα».
Η… γυναίκα του Καίσαρα
Ερωτηθείς κατά πόσον υπάρχει ή δύναται να προκύψει οποιοδήποτε νομικό ζήτημα με την περίπτωση του μέλους της Ερευνητικής Επιτροπής, Γιώργου Γεωργίου, μετά την επιστολή του δικηγόρου Χρίστου Τριανταφυλλίδη, εκ μέρους της πρώην Επιτροπείας της ΣΚΤ και του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου της πρώην τράπεζας, περί «σύγκρουσης συμφερόντων», ο δρ Κούρτελλος εξηγεί:
«Δυνάμει του Κεφ. 44, "δεν διορίζεται ως Επίτροπος πρόσωπο που έχει άμεσο προσωπικό συμφέρον σε σχέση με τα ζητήματα που άπτονται της έρευνας […]", δηλαδή το συμφέρον έγκειται άμεσα στο πρόσωπό του. Η υποβολή υποψηφιότητας για τη θέση του Γενικού Διευθυντή της Συνεργατικής δεν ισοδυναμεί με επιλογή και κατ’ επέκτασιν ενάσκηση καθηκόντων για χρονική περίοδο που αποτελεί ειδικά αντικείμενο έρευνας. Ιδωμένων επιπλέον των όρων εντολής και συγκεκριμένα του όρου περί της διερεύνησης των ρυθμίσεων και διαδικασιών βάσει των οποίων επιλέγονταν και διορίζονταν τα μέλη της διοίκησης των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων […], ο Επίτροπος δεν ήταν το πρόσωπο που καθόριζε τις διαδικασίες επιλογής ή αποφαινόταν βάσει τούτων ώστε να κληθεί να κρίνει συναφώς και να υφέρπει σύγκρουση συμφερόντων. Ώστε δεν επηρεάζεται η αμεροληψία της Ερευνητικής Επιτροπής».
Στην επιστολή, με παραλήπτη τον Γενικό Εισαγγελέα στις 6 Σεπτεμβρίου, ο κ. Τριανταφυλλίδης επισημαίνει ότι από τα έγγραφα που κατέθεσε στην Ερευνητική ο πρόεδρος της Επιτροπείας της ΣΚΤ, Γιώργος Χατζηνικόλας, διεφάνη ότι ο κ. Γεωργίου ήταν υποψήφιος για τη θέση του Γενικού Διευθυντή.
«Ο ίδιος ο κ. Γεωργίου, προτού αποδεχθεί τον διορισμό στην Ερευνητική, θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τον Γενικό Εισαγγελέα ότι υπάρχει αυτή η σχέση, ώστε να αποφασίσει κατά πόσον είναι κατάλληλος για να διοριστεί. Προφανώς, δεν το έπραξε», αναφέρει ο Στέλιος Αμερικάνος, υποστηρίζοντας ότι προκύπτει ζήτημα «σύγκρουσης συμφερόντων», καθώς «ένα από τα ζητήματα που καλείται να ελέγξει το ερευνητικό Σώμα είναι κατά πόσον οι διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν για να διοριστεί ο Ν. Χατζηγιάννης ήταν σωστές. Από την άλλη, η απόφαση αυτής της Επιτροπής δεν είναι απόφαση Δικαστηρίου, η οποία εφεσιβάλλεται ή μπορεί να ακυρωθεί. Όμως, εξαιτίας αυτού του ζητήματος ενδέχεται να χάσει την αξιοπιστία της. Δεν ισχυρίζεται κάποιος ότι ο κ. Γεωργίου δεν είναι σε θέση να λάβει μία σωστή απόφαση με βάση τα γεγονότα, αλλά η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται».
Διαθεσιμότητα και παραιτήσεις
Απαντώντας κατά πόσον όσοι «ελέγχονται» για το κλείσιμο του Συνεργατισμού μετά από 110 χρόνια ιστορίας, θα έπρεπε -είτε τιθέμενοι σε διαθεσιμότητα είτε επιβάλλοντας παραίτηση- να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο δρ Κούρτελλος αναφέρει τα εξής:
«Η νομική διάσταση του ζητήματος καταδεικνύει πως δεν υπάρχει απόδοση ευθύνης από αρμόδιο δικαστήριο μέχρι στιγμής. Τυχόν παραίτηση προσώπου από θέση που κατέχει, ένεκα προσαγωγής του ενώπιον Επιτροπής όπου θα εξεταστούν οι ενέργειές του και μόνο, τυχόν αντικατοπτρίζει ότι είναι ένοχος ή κυριότερα επηρεάζει δυσμενώς τη φήμη του, η οποία εμπίπτει στα αστικά του δικαιώματα, ώστε να ισοδυναμεί κατά το αποτέλεσμα με παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
»Αν ήθελε ως εκ της θέσης του συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο ελέγχεται να επηρεάζει ή να μπορεί να επηρεάζει την ερευνητική διαδικασία, ορθό είναι να μην παραμείνει στη θέση του. Πέραν του νομικού, το θέμα συσχετίζεται και με θέματα ευθιξίας ή και των εκάστοτε πολιτικών συσχετισμών τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό».
Επί του ίδιου θέματος, ο κ. Αμερικάνος αναφέρει ότι «η λογική της διαθεσιμότητας, όταν υπάρχει πιθανότητα πειθαρχικών αδικημάτων, αφορά κυρίως υπαλλήλους του δημόσιου τομέα». Συμπληρώνει δε ότι «σε νομικά σχήματα, όμως, όπως ήταν η ΣΚΤ είναι θέμα των ΔΣ τους να αποφασίσουν κατά πόσον ενδείκνυται να τερματιστούν οι υπηρεσίες κάποιων από τους αξιωματούχους επειδή τυγχάνει να υπόκεινται σε έρευνα ή να ανασταλούν οι υπηρεσίες τους ή να τεθούν σε διαθεσιμότητα. Η αρμοδιότητα εδώ είναι στις Επιτροπείες της ΣΚΤ».
Καλύτερα ποινική
Εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η παρούσα ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής που διόρισε ο Κώστας Κληρίδης, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Δώρος Ιωαννίδης, τοποθετείται υπέρ της ανάθεσης των ερευνών σε ποινικούς ανακριτές.
«Είναι θέμα του Γενικού Εισαγγελέα να κρίνει και να αποφασίσει, εάν τα πορίσματα της Ερευνητικής για τον Συνεργατισμό θα αποβούν βοηθητικά, ώστε να προχωρήσει ο ίδιος σε περαιτέρω έρευνα», σημειώνει. Οι μάρτυρες που καταθέτουν στην Ερευνητική Επιτροπή δεν υπόκεινται στη βάσανο της αντεξέτασης και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κίνδυνος να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία τους. Επομένως, είναι θέμα του Γενικού Εισαγγελέα να αξιολογήσει στη συνέχεια τα συμπεράσματα που θα καταγραφούν. Προσωπικά, είμαι πάντοτε υπέρ των ερευνών που διενεργούνται από ποινικούς ανακριτές».
Όσον αφορά την παράλληλη διεξαγωγή ποινικής έρευνας, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου είναι κατηγορηματικός. «Δεν υπήρχε κανένας λόγος να διεξάγεται παράλληλα ποινική έρευνα. Εφόσον ο Εισαγγελέας επέλεξε την οδό της Ερευνητικής, θα αναμένει τα τελικά πορίσματα και θα προχωρήσει αναλόγως μετά το πέρας της διαδικασίας», αναφέρει στη «Σ».
Τέλος, σε σχέση με την επίμαχη επιστολή Κ. Τριανταφυλλίδη, που αναφέρεται στο μέλος της Ερευνητικής Επιτροπής Γ. Γεωργίου κάνοντας λόγο για «σύγκρουση συμφερόντων», ο κ. Ιωαννίδης εξηγεί ότι «εφόσον η ίδια η Ερευνητική απάντησε ότι δεν εντοπίζει κάποιο πρόβλημα, το όλο ζήτημα θα κριθεί στο τέλος από τον Γενικό Εισαγγελέα και σχετίζεται πλέον «με το πόση αξιοπιστία θα έχει το πόρισμα και τίποτα άλλο».




