ΟΙ ΦΟΒΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΙΚΡΙΣΜΑ ΣΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ, ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΣΤΕΡΕΥΕΙ, Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΛΠΑΖΕΙ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΛΙΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ. ΟΙ ΟΙΚΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ «ΜΥΡΙΣΤΗΚΑΝ» ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΡΧΙΣΑΝ ΤΙΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΕΙΣ

Ο Τούρκος σουλτάνος έχει προ πολλού αυτοχαρακτηριστεί «εχθρός των επιτοκίων» και έχει επανειλημμένως ταχθεί υπέρ του φτηνού δανεισμού, που μπορεί να διατηρεί τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης


Δεν έχει σταματημό η κατρακύλα της τουρκικής οικονομίας και αυτό πλέον το πιστοποιούν και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης. Το έλλειμμα συνεχίζει να αυξάνεται, το χρήμα στερεύει, ο πληθωρισμός καλπάζει και η τουρκική λίρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας συνεχίζεται καθώς τα τελευταία 24ωρα έκανε «βουτιά» καταγράφοντας νέο ιστορικό χαμηλό, λόγω των ανησυχιών των επενδυτών για την αποτυχία της κεντρικής τράπεζας της χώρας να χαλιναγωγήσει τις αυξήσεις τιμών.

Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός κατέγραψε μεγαλύτερη άνοδο του αναμενόμενου τον Απρίλιο και πλησίασε το 11%, δείχνοντας πλέον ότι η οικονομική ύφεση επηρεάζει άμεσα και τις τσέπες των καταναλωτών. Ο Τούρκος Πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ετοιμάζεται για τις εκλογές του Ιουνίου, εξαπολύει συνεχώς τα βέλη του κατά των πολιτικών αντιπάλων του στο εσωτερικό και εξωτερικό. Όμως γνωρίζει και ο ίδιος ότι τη μεγαλύτερή του μάχη θα τη δώσει στο οικονομικό μέτωπο, το οποίο δεν καταλαβαίνει από φοβέρες και προκλήσεις…

Πιο βαθιά στα «σκουπίδια»

Οι οίκοι αξιολόγησης «μυρίστηκαν» την κατάσταση και ήδη άρχισαν τις υποβαθμίσεις. Την Τρίτη ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Standard & Poors υποβάθμισε το αξιόχρεο των κρατικών ομολόγων της Τουρκίας, στέλνοντάς τα ακόμη πιο βαθιά στο πεδίο των «σκουπιδιών», σε επίπεδο που δεν θεωρούνται επενδύσεις. Σε ανακοίνωσή του, με την οποία αιτιολόγησε την απόφαση αυτή, ο S&P επικαλέστηκε ανησυχίες για την προοπτική του πληθωρισμού, εν μέσω μαζικών εκποιήσεων της λίρας, του τουρκικού νομίσματος.

Ο S&P σημείωσε ότι η υποβάθμιση (σε BB-/B από BB/B) δεν αποτελούσε μέρος των προγραμματισμένων αξιολογήσεων του τουρκικού κρατικού αξιόχρεου και ότι έλαβε την απόφαση λόγω των εντεινόμενων «ανησυχιών» του. «Η υποβάθμιση αντανακλά τις ανησυχίες μας για την επιδεινούμενη προοπτική του πληθωρισμού και τη μακροπρόθεσμη υποτίμηση και αστάθεια ως προς τη διαμόρφωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (του νομίσματος) της Τουρκίας», εξηγεί η ανακοίνωση του οίκου.

Πάνω τα ενδύματα και τα υποδήματα

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον πληθωρισμό, οι τιμές ενδυμάτων και υποδημάτων αυξήθηκαν κατά 10,4%, ενώ οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών μειώθηκαν κατά 0,21%. Σε μηνιαία βάση, ο δείκτης τιμών καταναλωτή της Τουρκίας αυξήθηκε κατά 1,87%, σύμφωνα με τα στοιχεία του τουρκικού ινστιτούτου στατιστικής, έναντι αύξησης 1,6% που ανέμεναν οι αναλυτές. Σε ετήσια βάση σημειώθηκε αύξηση 10,85%. Σημειώνεται πως οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν κατά 2,6% σε μηνιαία βάση τον Απρίλιο και κατά 16,37% σε ετήσια βάση.

Ομόλογα σαν το Βιετνάμ

Κατά τον S&P, η υποβάθμιση αντανακλά επίσης τις «ανησυχίες» για την επιδεινούμενη θέση της Τουρκίας ως προς τις εξαγωγές και την αναταραχή «στον ιδιωτικό τομέα», που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό. Την ίδια ώρα τουρκικό χρέος, που έχει προ πολλού υποβαθμιστεί από όλους τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης στο επίπεδο των «ομολόγων σκουπιδιών», κατατάσσεται πλέον από τον S&P στην ίδια κατηγορία με το χρέος του Βιετνάμ και της Βραζιλίας.

Η υποβάθμιση έρχεται σε μια στιγμή που οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Τουρκίας αγγίζουν το 13%, τα spreads βρίσκονται στις 159 μονάδες βάσης και το κόστος ασφάλισης των τουρκικών ομολόγων (CDS) είναι στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσεράμισι ετών. Παράλληλα, ο S&P εκφράζει την εκτίμηση ότι η πρόσφατη αύξηση του επιτοκίου παροχής έκτακτης ρευστότητας δεν επαρκεί ούτε για να στηρίξει την ασταθή ισοτιμία του νομίσματος ούτε για να ανακόψει την άνοδο του διψήφιου πληθωρισμού και να τον επαναφέρει κοντά στον στόχο της κεντρικής τράπεζας για αυξήσεις τιμών 5%.

Εξάρτηση από το διεθνές κεφάλαιο

Από την πλευρά τους οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν συγκεντρώσει χρέος σε ξένο νόμισμα, που ανέρχεται περίπου στο 40% του τουρκικού ΑΕΠ. Αν αυτά τα δυσθεώρητα χρέη δεν εξυπηρετηθούν, θα βρεθούν σε δεινή θέση οι τουρκικές τράπεζες, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/3 του τουρκικού χρηματιστηρίου. Δεδομένη είναι και η πληγή της τουρκικής οικονομίας, η οποία εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το ξένο κεφάλαιο, όμως η κυβέρνηση Ερντογάν δεν είναι διατεθειμένη να προβεί στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα μπορούσε να μετριάσει την κατανάλωση και την ανάπτυξη.

Την περασμένη εβδομάδα, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης, περισσότερο απ’ όσο προέβλεπαν οι οικονομικοί αναλυτές, με το βασικό επιτόκιο δανεισμού να βρίσκεται τώρα στο 13,5%. Διεθνείς οικονομικοί αναλυτές επιμένουν ότι χρειάζονται πολύ υψηλότερα επιτόκια για να αναχαιτισθεί ο πληθωρισμός και να ανακοπεί η πτώση της τουρκικής λίρας.

Έτσι οι Τούρκοι επενδυτές αναγκάζονται να στραφούν στον χρυσό, προσπαθώντας να διασφαλίσουν την αξία των χρημάτων τους, που μειώνεται καθημερινά. Στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου, η ζήτηση για χρυσό αυξήθηκε στη γειτονική χώρα κατά 34%, με τις πωλήσεις του χρυσού να φτάνουν σε αξία τα 965 εκατ. δολάρια. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού, πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση που σημειώθηκε παγκοσμίως όσον αφορά τη ζήτηση για χρυσό.

Ούτως ή άλλως, ο Τούρκος σουλτάνος έχει προ πολλού αυτοχαρακτηριστεί «εχθρός των επιτοκίων» και έχει επανειλημμένως ταχθεί υπέρ του φτηνού δανεισμού, που μπορεί να διατηρεί τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

«Βλέπουν επίθεση»

Μιλώντας στη «Σ» ο Τουρκολόγος Νίκος Μούδουρος επεσήμανε ότι η υποτίμηση της τουρκικής λίρας γίνεται αντιληπτή από την κυβέρνηση της Τουρκίας ως εξωτερική επίθεση κυρίως από τη Δύση και από μεγάλους χρηματοπιστωτικούς κύκλους και συμφέροντα. «Είναι στην ουσία το ιδεολογικό στοιχείο μας προεκλογικής εκστρατείας που άρχισε σε οικονομικά ζητήματα για τις εκλογές που θα γίνουν τον Ιούνιο», είπε. Την ίδια ώρα ο κ. Μούδουρος ανέφερε πως είναι προφανές ότι η κυβέρνηση της Τουρκίας δεν θέλει να αλλάξει τη στρατηγική της.

«Το 2017 ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας ήταν 7,4%, ενώ φέτος αναμένουν ανάπτυξη 5-6%. Μάλιστα το τρίτο τρίμηνο του 2017 είχε καταγραφεί ανάπτυξη 11,3%. Σίγουρα αυτή η ανάπτυξη δεν αντικατοπτρίζεται στην αύξηση απασχόλησης και στις νέες θέσεις εργασίας. Είναι απλώς η στρατηγική που ακολουθεί ο κ. Ερντογάν για αναπαραγωγή της ιδέας για νέα μεγάλη Τουρκία», σημείωσε.

Ο Τουρκολόγος εξήγησε παράλληλα ότι το ζήτημα της υποτίμησης της τουρκικής λίρας έρχεται να δέσει με τη συνταγή που ακολουθεί ο Ταγίπ Ερντογάν από το 2014. «Η οικονομική συνταγή που ακολούθησε, στηρίχθηκε σε μια λογική της αύξησης της κατανάλωσης, στις μεγάλες κρατικές επενδύσεις σε υποδομές, στις φοροελαφρύνσεις σε εταιρείες και στις κρατικές εγγυήσεις σε επενδύσεις που έγιναν, ύψους 63-64 δις δολαρίων», υπογράμμισε.