ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΣΗ

ΟΙ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΛΗΞΗ ΤΟ 2020 ΑΝΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΟ 0,35% ΑΠΟ 0,04% ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΜΗΝΑ, ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΟΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2017. ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΛΗΞΗ ΤΟ 2022, ΑΝΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ 1,23% ΑΠΟ 0,72% ΣΤΙΣ 19 ΜΑΡΤΙΟΥ ΚΑΙ 0,823% ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 2017, ΕΝΩ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΛΗΞΗΣ 2023 ΑΝΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ 1,6%, ΤΟΥ 2024 ΣΤΟ 1,76% ΚΑΙ ΤΟΥ 2025 ΣΤΟ 2%

Διεθνείς αναλυτές τονίζουν πάντως πως μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των αρχών του 2016 και του σήμερα είναι η στάση των κεντρικών τραπεζών


Ανέβηκε σημαντικά αυτήν την εβδομάδα το τίμημα που ζητούν οι επενδυτές για το κυπριακό χρέος, κυρίως λόγω της εκτόξευσης του δημοσίου χρέους μετά την απόφαση της Κυβέρνησης για στήριξη του Συνεργατισμού με €2,5 δις, εξέλιξη που εκτόξευσε το δημόσιο χρέος από το 98% στο 110% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Κύπρου.

Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις των κυπριακών ομολόγων με λήξη το 2020 ανέρχονται πλέον στο 0,35% από 0,04% που ήταν τον προηγούμενο μήνα, επιστρέφοντας στην ουσία στα επίπεδα όπου βρισκόταν τον Δεκέμβριο του 2017. Σε ό,τι αφορά στις αποδόσεις των ομολόγων με λήξη το 2022 ανέρχονται στο 1,23% από 0,72% στις 19 Μαρτίου και 0,823% τέλος του 2017, ενώ σχετικά με τις αποδόσεις των ομολόγων λήξης 2023 ανέρχονται στο 1,6%, το 2024 στο 1,76% και το 2025 στο 2%.

Παγκόσμιο και όχι κυπριακό το πρόβλημα

Η «Σ» ζήτησε την άποψη του οικονομολόγου και πρώην ανώτερου τραπεζικού διευθυντικού στελέχους Ιωάννη Τελώνη γι' αυτήν την εξέλιξη, προσπαθώντας στην ουσία να διερευνηθεί το κατά πόσον υπάρχουν και άλλα αίτια πέρα από το αυτονόητο, δηλαδή τη νέα κρατική στήριξη στον Συνεργατισμό. Όπως μας ανέφερε, αρχικά σίγουρα επηρέασε αρνητικά το γεγονός της αύξησης του δημοσίου χρέους, καθώς υπάρχει αμφιβολία στην επενδυτική κοινότητα κατά πόσον η Κύπρος θα μπορεί να εξυπηρετήσει το δημόσιό της χρέος.

«Από την άλλη παρατηρείται το τελευταίο διάστημα σε παγκόσμιο επίπεδο αύξηση στις αποδόσεις των ομολόγων. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Πρώτον, στον διαφαινόμενο τερματισμό του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και, δεύτερον, στη τάση που υπάρχει αυτήν τη χρονική περίοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για αύξηση των επιτοκίων από την Federal Reserve», υπογράμμισε.

Ο Ιωάννης Τελώνης πρόσθεσε ότι υπάρχει και χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης στις χώρες της Ζώνης του ευρώ, σημειώνοντας πως φαίνεται ότι τελειώνει η εποχή των χαμηλών επιτοκίων και της εύκολης πίστωσης καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει ανησυχία για το θέμα του πληθωρισμού.

Απόλυτα λογική η αντίδραση των αγορών

Από την πλευρά του ο καθηγητής χρηματοοικονομικών στο CIIM, Γιώργος Θεοχαρίδης, ανέφερε στη «Σ» ότι οι αποδόσεις των κυπριακών ομολόγων έχουν ανεβεί το τελευταίο διάστημα λόγω του αυξανόμενου ρίσκου για το δημόσιο χρέος που είναι επακόλουθο των τελευταίων εξελίξεων στον τραπεζικό τομέα.

«Είναι απόλυτα λογικό να αντιδρούν αρνητικά οι αγορές καθώς η νέα κίνηση από την κυβέρνηση για στήριξη του Συνεργατισμού, είναι βέβαιο ότι θα αυξήσει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα το δημόσιο χρέος, έτσι είναι λογικό να αντιδρούν αρνητικά οι αγορές. Από την άλλη πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ότι η Κυβέρνηση προσδοκά πως η επένδυση που φαίνεται ότι θα κάνει στον φορέα διαχείρισης προβληματικών περιουσιακών στοιχείων θα επιφέρει την κατάλληλη απόδοση στο μακροπρόθεσμο μέλλον», σημείωσε.

Ο κ. Θεοχαρίδης πρόσθεσε ότι η συνέχιση της αυξητικής τάσης στις αποδόσεις των κυπριακών ομολόγων εξαρτάται από τις εξελίξεις του τραπεζικού τομέα. «Οι επενδυτές αναμένουν να δουν τι μέλλει γενέσθαι με τον τραπεζικό τομέα της Κύπρου και με τον Φορέα Διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να διαπιστώσουν κατά πόσον θα ομαλοποιηθεί η κατάσταση», είπε.

Οι εκτιμήσεις διεθνών αναλυτών

Διεθνείς αναλυτές τονίζουν πάντως πως μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των αρχών του 2016 και του σήμερα είναι η στάση των κεντρικών τραπεζών. Σημειώνουν πως σε αντίθεση με δυο χρόνια πριν, οι κεντρικές τράπεζες εξέρχονται από την εποχή του εύκολου χρήματος. Ο Dhaval Joshi, επικεφαλής ευρωπαϊκής στρατηγικής στη BCA Research, αναγνωρίζει ότι οι αποδόσεις δεν χρειάζεται να ανέβουν πολύ περισσότερο. «Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, που ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι, απειλεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα μέσα από δυο διαφορετικά κανάλια», σημειώνει.

Το πρώτο αφορά αυτό που ονομάζει «κανάλι χρηματαγοράς», και αυτό εμφανίζεται «μέσω ενός πισωγυρίσματος στις αξίες των παγκόσμιων αγορών ενεργητικού». Το δεύτερο είναι το κανάλι «τραπεζικής πίστωσης», όπου αλλαγές στις αποδόσεις ομολόγων «ξεκάθαρα και αξιόπιστα προηγούνται αλλαγών στις ροές πίστωσης, στην πιστωτική ώθηση κατά έξι μήνες».

Συμπεραίνει: «Μια παγκόσμια ‘μίνι πτώση’ το πρώτο εξάμηνο του 2018 είναι βέβαια. Όσο υψηλότερα ανέβουν οι αποδόσεις ομολόγων από τα σημερινά επίπεδα, τόσο πιο έντονη θα είναι αυτή η ‘μίνι πτώση’». «Απαιτείται μια σημαντική διεύρυνση των spread δανεισμού και υποχώρηση των πρόδρομων δεικτών για να κηρύξουμε λήξη αυτής και οποιασδήποτε bull market», σημειώνει ο Luca Paolini της Pictet Asset Management.

«Έχουμε γίνει πιο προσεκτικοί στην πίστωση. Είναι πολύ ακριβή, ευάλωτη σε συνθήκες νομισματικής σύσφιγξης και, ιστορικά, η πρώτη που έρχεται υπό πίεση καθώς οι χρηματαγορές κινούνται στα τελευταία στάδια του κύκλου». «Έως τώρα δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που υποδεικνύουν ότι αυτό το σοκ έχει το απαραίτητο μομέντουμ να προκαλέσει μακροπρόθεσμη σύσφιγξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών, οδηγώντας σε πιο σφιχτή διαθεσιμότητα πίστωσης και μεταγενέστερη αύξηση πιστωτικών απωλειών, αλλά το παρακολουθούμε πολύ στενά», γράφουν αναλυτές της Bank of America Merrill Lynch.