Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΜΟΛΟΓΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ

ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΜΕΤΟΧΩΝ, ΕΝΩ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΧΑΜΗΛΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ, ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΗΡΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

Μετά τη συμφωνία μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και εμπορικών τραπεζών για επιβολή «κεφαλαιακού προστίμου» παρουσιάστηκε σημαντική μείωση των επιτοκίων στην Κύπρο


Σημαντικό γεγονός της εβδομάδας που πέρασε είναι η αύξηση της απόδοσης του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου πέραν του 3%, για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια. Οι συγκεκριμένες αποδόσεις αποτελούν σημείο αναφοράς για την πορεία των αγορών ομολόγων αλλά και των καταναλωτικών και τραπεζικών επιτοκίων. Το συγκεκριμένο γεγονός προκάλεσε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές μετοχών, ενώ φαίνεται να σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της περιόδου χαμηλών επιτοκίων, απόρροια των νομισματικών πολιτικών των Κεντρικών Τραπεζών και των αυστηρών δημοσιονομικών συνθηκών.

Σημειώνεται ότι η Κεντρική Τράπεζα της Αμερικής (FED) έχει ήδη αρχίσει την απόσυρση των εκτάκτων μέτρων χαλαρής νομισματικής πολιτικής που ενίσχυαν τη ρευστότητα, ενώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται κοντά στη λήψη απόφασης για τερματισμό της ποσοτικής χαλάρωσης.

Ενίσχυση ρευστότητας και πληθωρισμού

Στόχος τέτοιων πολιτικών είναι η ενίσχυση της ρευστότητας και του πληθωρισμού. Με τη βελτίωση των συνθηκών της αμερικανικής οικονομίας, η ρευστότητα που διοχετεύτηκε αποσύρεται σταδιακά και αντικαθίσταται από εταιρικά κέρδη και αυξημένα εισοδήματα των νοικοκυριών. Η ενισχυμένη ρευστότητα και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές (υπενθυμίζεται όταν άρχισαν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης οι τιμές του «μαύρου χρυσού» βρίσκονταν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές), οδηγούν σταδιακά στην αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού ενισχύοντας τις πιθανότητες μεγαλύτερης σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ με αύξηση των επιτοκίων, κάτι που ενισχύει την πίεση στα ομόλογα και ωθεί υψηλότερα τις αποδόσεις τους.

Συγκεκριμένα, οι αναλυτές αναμένουν ότι η FED θα προχωρήσει σε τέσσερεις αυξήσεις επιτοκίων το 2018, οδηγώντας τα κοντά στα επίπεδα του 3%, απόδοση που ήδη καταγράφει το δεκαετές ομόλογο των ΗΠΑ.

Πάνω το δολάριο

Η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να ενισχύσει το δολάριο έναντι άλλων νομισμάτων. Ένα ισχυρό δολάριο ίσως αποτελέσει εμπόδιο για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ, που θέλει να ενισχύσει τον ρόλο της χώρας στο εμπόριο περιορίζοντας τις εισαγωγές και αλλάζοντας τους «όρους του παιχνιδιού» των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Η ενίσχυση του επιτοκίου αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις χώρες που είναι συνδεδεμένες με αυτό, όπως οι αναδυόμενες αγορές (οι οικονομίες αυτών των χωρών παρουσίασαν αρνητική απόκλιση όταν άρχισε η απόσυρση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης από τη FED) και η Κίνα, η οποία αν και περιόρισε τη διασύνδεση με το δολάριο, η οικονομία της συνεχίζει να επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του.

Υπογραμμίζεται ότι η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να αποτελέσει πόλο έλξης για επαναπατρισμό ή μεταφορά νέων κεφαλαίων στις ΗΠΑ, εφόσον οι αποδόσεις στις καταθέσεις και τα αμερικανικά ομόλογα αναμένεται να αυξηθούν. Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων συνδέεται επίσης με την αύξηση του πιστωτικού ρίσκου του εκδότη. Η δημοσιονομική πολιτική της διακυβέρνησης Τραμπ προκαλεί ανησυχίες εφόσον οι φοροελαφρύνσεις και οι αυξημένες δαπάνες οδηγούν σε ελλείμματα και ανάγκη αύξησης του δημόσιου χρέους (ήδη βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα).

Πολιτική των δασμών

Την ίδια στιγμή η πολιτική των δασμών και η προοπτική ενός εμπορικού «πολέμου», όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ενισχύει τις ανησυχίες στις αγορές και ειδικά αυτές των ομολόγων. Την περασμένη εβδομάδα υπήρξαν μαζικές πωλήσεις, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να αυξηθούν. Τον Σεπτέμβριο αναμένεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει σε σταδιακή απόσυρση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, μειώνοντας σημαντικά τις αγορές περιουσιακών στοιχείων από τη δευτερογενή αγορά.

Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, από τη μια ενισχύει την παραχώρηση φθηνού χρήματος και ρευστότητας στην οικονομία, από την άλλη όμως έχει αρνητικές συνέπειες στους λογαριασμούς κερδοζημιών των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών ιδρυμάτων, καθώς και στις αποδόσεις των συνταξιοδοτικών ταμείων (αναγκάζονται να καταφύγουν σε υψηλοτέρου ρίσκου χρηματοοικονομικά στοιχεία για να ενισχύσουν τις αποδόσεις τους).

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα (το οποίο βιώνουμε και στην Κύπρο) τα τραπεζικά ιδρύματα να καταθέτουν την επιπλέον ρευστότητα που διαθέτουν και δεν μπορούν να διοχετεύσουν στην αγορά με αρνητικό επιτόκιο. Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στις διεθνείς αγορές αναμένεται να αυξήσει το κόστος δανεισμού των κρατών και των επιχειρήσεων. Η Κύπρος εκμεταλλεύτηκε το περιβάλλον των χαμηλών αποδόσεων και δανείστηκε από τις αγορές με λογικό επιτόκιο, παρά το γεγονός ότι δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εφόσον δεν βρισκόταν σε επενδυτική βαθμίδα.

Επιτόκια στην Κύπρο

Μετά τη συμφωνία μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και εμπορικών τραπεζών για επιβολή «κεφαλαιακού προστίμου» σε περίπτωση που τα καταθετικά επιτόκια που προσφέρονταν ξεπερνούσαν το euribor συν 300 μονάδες βάσης το 2013 και την πτωτική πορεία των επιτοκίων διεθνώς, παρουσιάστηκε σημαντική μείωση των επιτοκίων στην Κύπρο. Η Κύπρος ως χρηματοοικονομικό κέντρο κατάφερε την περίοδο 2003 - 2013 να αντλήσει σημαντικό αριθμό ξένων επενδύσεων και καταθέσεων. Πολλοί κάτοικοι τρίτων χωρών προχώρησαν στη μεταφορά κεφαλαίων στην Κύπρο ή στη διεκπεραίωση επενδύσεων/συναλλαγών μέσω της χώρας (χρησιμοποιώντας εταιρικά σχήματα με κυπριακές εταιρείες), λόγω του ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος και των υψηλών επιτοκίων στις καταθέσεις.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση καταθέσεων στη χώρα και τη μεγέθυνση του τραπεζικού τομέα. Το φαινόμενο ενός μεγάλου τραπεζικού τομέα παρουσιάζεται στην πλειοψηφία των χρηματοοικονομικών κέντρων όπως το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Σιγκαπούρη. Το πραγματικό πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η μεγάλη καταθετική βάση διοχετεύεται σε αμφιβόλου ποιότητας επενδύσεις και υψηλού ρίσκου δανεισμό. Η προσπάθεια άντλησης περισσότερων καταθέσεων κατά την προ-κρίσης εποχή οδήγησε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε ένα ντόμινο αυξήσεων των καταθετικών επιτοκίων. Αυτό αναπόφευκτα οδήγησε σε υψηλά δανειστικά επιτόκια, εφόσον έπρεπε να καλυφθεί το κόστος των καταθέσεων.

Οι αλλαγές του σκηνικού

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, πριν από τις αλλαγές στον ορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αν η αξία των εξασφαλίσεων κάλυπτε το ποσό του δανείου τότε αυτό εθεωρείτο εξυπηρετούμενο (ανεξαρτήτως των καθυστερήσεων). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τις συνεχείς κεφαλαιοποιήσεις των τόκων ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο το ποσό του δανείου. Μετά τις αλλαγές στον ορισμό των ΜΕΔ, βασική παράμετρος κατάταξης του δανείου σε αυτήν την κατηγορία είναι η μη πληρωμή δόσεων για ενενήντα μέρες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, με βάση τα λογιστικά πρότυπα, δύναται να ανασταλεί η αναγνώριση τόκων εισπρακτέων στον λογαριασμό κερδοζημιών των τραπεζικών οργανισμών (interest suspension), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επηρεάζεται το ποσό που διεκδικείται από τον δανειολήπτη.

Τα δανειακά επιτόκια

Το ύψος του δανειακού επιτοκίου εξαρτάται κυρίως από το προφίλ πιστωτικού ρίσκου του δανειολήπτη, από τη διαβάθμιση της χώρας στην οποία θα χρησιμοποιηθούν τα κεφάλαια, τις εξασφαλίσεις που θα δοθούν και το νόμισμα στο οποίο θα γίνει ο δανεισμός. Αν ο κίνδυνος αθέτησης είναι μεγαλύτερος, τότε το επιτόκιο θα είναι και υψηλότερο. Επιπλέον, η πτώση των καταθετικών επιτοκίων (μείωση κόστους για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) δίνει τη δυνατότητα μείωσης των επιτοκίων στα δάνεια, χωρίς να επηρεάζεται το περιθώριο κέρδους.

Σημειώνεται ότι η πορεία των κρατικών και εταιρικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές έχει οδηγήσει τις αποδόσεις σε ασύμφορα χαμηλά επίπεδα, οδηγώντας τους επενδυτές στην αναζήτηση νέων προϊόντων για τοποθέτηση των κεφαλαίων τους. Παρόμοιο είναι και το φαινόμενο με τις καταθέσεις (στην Κύπρο υπάρχει ακόμη ένας επιπλέον παράγοντας που είναι η επιβολή έκτακτης εισφοράς 30% σε τόκους εισπρακτέους στην περίπτωση φορολογικών κατοίκων Κύπρου), όπου τα χαμηλά επιτόκια οδηγούν σε σκέψεις για διαφορετικού τύπου επενδύσεις.

Η συσσώρευση μεγάλης ρευστότητας σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα χωρίς τη δυνατότητα διοχέτευσής της μέσω δανεισμού αποτελεί σημαντικό κόστος. Τα χαμηλά δανειστικά επιτόκια δυνατόν να οδηγήσουν σε νέες χρηματοδοτήσεις και υποφερτές δόσεις. Το ζητούμενο είναι να αναλυθούν οι επιπτώσεις στα δημοσιονομικά, στους δανειολήπτες, στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στην οικονομία από μια ενδεχόμενη αύξηση στο ύψος των επιτοκίων.

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ
Οικονομολόγος