Παρά τις θετικές ενδείξεις για την οικονομία, που παρουσιάζονται σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι κίνδυνοι παραμένουν, τόνισε ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Δημήτρης Γεωργιάδης, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η μείωση του δημόσιου χρέους θα πρέπει να παραμένει ως προτεραιότητα και βασικό στοιχείο στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.

"Πετύχαμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία μειώνεται, δημιουργήσαμε συνθήκες μείωσης του δημόσιου χρέους αλλά οι κίνδυνοι για την οικονομία παραμένουν και δεν πρέπει να το ξεχάσουμε αυτό και να εφησυχάσουμε", τόνισε ο κ. Γεωργιάδης, μιλώντας σε δημοσιογραφική διάσκεψη, κατά την οποία παρουσιάστηκε η φθινοπωρινή έκθεση του Συμβουλίου για το 2017.

Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, η κυπριακή οικονομία είναι ευάλωτη σε χρηματοοικονομικούς και δημοσιονομικούς κινδύνους. Αναφορικά με τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αναφέρθηκε στο υψηλό ποσοστό μη-εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) και στον υψηλό συνολικό δανεισμό (δημόσιο και ιδιωτικό χρέος), καθώς και σε αυξημένο κίνδυνο μη επαρκούς χρηματοδότησης της οικονομίας. Αναφορικά με τους δημοσιονομικούς κινδύνους, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι αυτοί είναι ο εκτροχιασμός των δημοσίων δαπανών και η ανατροπή του εξωτερικού ευνοϊκού περιβάλλοντος, το υψηλό δημόσιο χρέος, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και η μεταρρυθμιστική κόπωση.

Προώθηση μεταρρυθμίσεων

Όσον αφορά τη συμμόρφωση με το δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι με βάση τις πιο πρόσφατες εξελίξεις και παραδοχές, το Συμβούλιο θεωρεί ότι το 2017 δε αναμένεται απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, για το 2018 υπάρχει κίνδυνος απόκλισης κάτω από 0,5% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος είναι δυνατό να μειωθεί ικανοποιώντας τις σχετικές πρόνοιες.

Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη άμεσης προώθησης των μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και στη συγκράτηση των κρατικών δαπανών, που συντείνουν στον περιορισμό της πιθανότητας ενός δημοσιονομικού εκτροχιασμού, που θα απειλούσε ξανά την σταθερότητα της οικονομίας.

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, που μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνει την ενίσχυση των θεσμών και της διαφάνειας, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, τη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού και αποδοτικού συστήματος δικαιοσύνης, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για επίτευξη διατηρήσιμων και υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, που θα επιτρέπουν στην οικονομία να αντιμετωπίζει πιο αποτελεσματικά τις σημαντικότερες προκλήσεις, που είναι το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων και μια πιθανή ανατροπή του μέχρι σήμερα ευνοϊκού περιβάλλοντος.

Ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον

Ανέφερε επίσης ότι η οικονομία βοηθήθηκε από το εξωτερικό ευνοϊκό περιβάλλον, από τη βοήθεια που έλαβε η τουριστική βιομηχανία από κάποιες κινήσεις που έγιναν και από ιδιωτικές επενδύσεις αλλά και από το τι συμβαίνει στους ανταγωνιστικούς προς την Κύπρο τουριστικούς προορισμούς στην γύρω περιοχή. Επιπλέον, αναφέρθηκε στην άφθονη ρευστότητα που διοχετεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην οικονομία της Ευρωζώνης και στο γεγονός ότι διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα τα επιτόκια του ευρώ.

Επιπλέον, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι με βάση τη, μέχρι σήμερα, εξεταζόμενη μεταρρύθμιση στο σύστημα μισθολογικών αυξήσεων στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και με βάση στατιστικά στοιχεία, "μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η παραχώρηση αυξήσεων σύμφωνα με τη μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ, σε περιόδους όπου παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, πιθανόν να οδηγήσει σε περαιτέρω μεγέθυνση του ήδη υψηλού χάσματος των απολαβών μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα".

Ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου ανέφερε ότι η δημιουργία ενός ορθολογιστικού και επιστημονικά καταρτισμένου μηχανισμού καθορισμού των αμοιβών και του τρόπου ανέλιξης των υπαλλήλων στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, θα βελτιώσει τις διαδικασίες για προώθηση της αξιοκρατίας, ενίσχυση της διαφάνειας, μείωση της διαφθοράς, θα βοηθήσει στην ανάπτυξη καλών πρακτικών διαχείρισης, θα περιορίσει τις πολιτικές πιέσεις για αλόγιστες παραχωρήσεις ωφελημάτων και θα επιτρέψει στις εκάστοτε κυβερνήσεις την αιτιολόγηση της παραχώρησης αυξήσεων όταν αυτό επιβάλλουν οι συνθήκες.