Ανάμεσα στα πιο υψηλού κινδύνου τραπεζικά συστήματα στην Ευρώπη κατατάσσεται η Κύπρος, σύμφωνα με τον οίκο Standard and Poor’s. Σε έκθεσή του με την οποία αξιολογεί τις κυπριακές τράπεζες ως «υψηλού ρίσκου», ο οίκος τοποθέτησε τον τραπεζικό τομέα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ομάδα «9», στο πλαίσιο της αξιολόγησης του κινδύνου χώρας στον τραπεζικό κλάδο. Άλλες χώρες της ομάδας 9 είναι η Αργεντινή, η Τυνησία, το Βιετνάμ, το Αζερμπαϊτζάν και η Καμπότζη. Χώρες που έχουν υποστεί παρόμοιες οικονομικές κρίσεις είναι η Ιρλανδία (λαμβάνει βαθμολογία 5, δηλαδή χαμηλότερου ρίσκου), Πορτογαλία (7), Ισλανδία (6) και την Ελλάδα (10).

Ο οίκος σημειώνει σε έκθεσή του ότι το κυπριακό τραπεζικό σύστημα παραμένει ένα από τα πιο εύθραυστα στην Ευρώπη. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το 50% του χαρτοφυλακίου δανείων στο τέλος Ιουνίου 2017 και τα ταμειακά διαθέσιμα κάλυπταν μόνο περίπου το 45%. Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί ότι τα προβλήματα ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού έχουν περιοριστεί.

Χαμηλής ποιότητας περιουσία

Σύμφωνα με τον οίκο, φέτος οι τράπεζες επιτάχυναν τον ρυθμό μείωσης των NPEs λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής ανάκαμψης και των πρόσφατα εγκριθεισών νομικών μεταρρυθμίσεων, που διευκολύνουν τις αναδιαρθρώσεις των δανείων των τραπεζών. Η μείωση αυτή υποστηρίζεται επίσης από την αυξημένη χρήση των ανταλλαγών χρέους με περιουσιακά στοιχεία από τις τράπεζες, όμως, η οποία αυξάνει το απόθεμα των περιουσιακών στοιχείων στους ισολογισμούς τους και δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μέχρις ότου οι τράπεζες πωλούν τα ακίνητα.

«Δεδομένης της πρόσφατης σταθεροποίησης των τιμών των ακινήτων, αναμένουμε από τις τράπεζες να πωλούν περιουσιακά στοιχεία σταδιακά», αναφέρεται, ενώ, παρά τις κάποιες βελτιώσεις, η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων των τοπικών τραπεζών θα παραμείνει αδύναμη τα επόμενα δύο με τρία χρόνια.

Αυξημένες οι προβλέψεις

Αναμένεται ότι οι προβλέψεις θα παραμείνουν αυξημένες μεταξύ 7% -8% των δανείων μεταξύ 2017-2019 ώστε να καλυφθούν επαρκώς τα τρέχοντα NPEs. «Η άποψή μας για τον οικονομικό κίνδυνο αντικατοπτρίζει επίσης τη συγκέντρωση των τραπεζών στον τομέα των ακινήτων και τον κατασκευαστικό τομέα (πάνω από το 20% του δανειακού χαρτοφυλακίου) και το εξαιρετικά υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα, το οποίο εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε περίπου 227% του ΑΕΠ στα τέλη του 2017», τονίζεται.

Απομόχλευση

Σύμφωνα με τους S&P, η λειτουργική κερδοφορία των κυπριακών τραπεζών θα απορροφηθεί ουσιαστικά από τις ανάγκες κάλυψης προβλέψεων κατά τα επόμενα δύο χρόνια και θα αρχίσει να ανακάμπτει μόνο το 2019. Τα λειτουργικά έσοδα θα επηρεαστούν από την περαιτέρω απομόχλευση και τα επιτοκιακά περιθώρια, καθώς οι τράπεζες συνεχίζουν να ανακτούν τις καταθέσεις τους. Αναμένεται ότι η χρηματοδότηση θα παραμείνει ανισόρροπη και το ποσοστό των καταθέσεων μη κατοίκων θα είναι υψηλότερο από τους κατοίκους Κύπρου, ενώ η πρόσβαση στις αγορές χονδρικής πώλησης τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι περιορισμένη, καθώς τα επιτόκια παραμένουν υψηλά.

Ενοποίηση τραπεζικού τομέα

Ο τομέας αντικατοπτρίζει επίσης το αδύναμο ρυθμιστικό ιστορικό που προηγήθηκε της τραπεζικής κρίσης το 2013, σύμφωνα με το οποίο περίπου το 48% των καταθέσεων άνω των €100 χιλ. είχαν κουρευτεί. Ο οίκος βλέπει θετικά τη σημαντική ενοποίηση του τραπεζικού τομέα που επιτεύχθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια και τη χαμηλή εξάρτηση από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σε σύγκριση με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης.

Θετική η τάση

Όπως αναφέρεται, η τάση οικονομικού κινδύνου της Κύπρου είναι θετική, αντανακλώντας την προσδοκία ότι η χώρα θα απορροφήσει σταδιακά το πιστωτικό κόστος της έκρηξης της πιστωτικής φούσκας και της επακόλουθης βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Η ισχυρή και σταθερή οικονομική ανάκαμψη, σε συνδυασμό με τις πρόσφατα θεσπισμένες νομικές μεταρρυθμίσεις, θα βοηθήσει τις τράπεζες να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και αναμένεται ότι η κάλυψη των προβλέψεων θα αυξηθεί πάνω από το 50% μέχρι τα τέλη του 2018 από το χαμηλό 40% στο τέλος του 2016.

Ο κίνδυνος για τον τομέα είναι σταθερός, αντανακλώντας την προσδοκία ότι η ικανότητα για παραγωγή κερδών του τραπεζικού συστήματος θα παραμείνει περιορισμένη λόγω των υψηλών αναγκών προβλέψεων, των χαμηλών επιτοκίων και της περαιτέρω απομόχλευσης. «Πιστεύουμε επίσης ότι το προφίλ χρηματοδότησης των τραπεζών θα παραμείνει μη ισορροπημένο, με μεγαλύτερο βάρος καταθέσεων μη μόνιμων κατοίκων σε σύγκριση με τους κατοίκους Κύπρου, ενώ η πρόσβαση στη χονδρική χρηματοδότηση μπορεί να είναι περιορισμένη και δαπανηρή.

Ο βαθμός οικονομικού κινδύνου αντανακλά κυρίως τις αρνητικές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα που προκύπτουν από τη φάση διόρθωσης της οικονομίας. Αντανακλά επίσης το εύθραυστο προφίλ του ιδιωτικού τομέα λόγω της οικονομικής κρίσης», αναφέρεται.