Ανοικτό παραμένει ακόμη το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με έκθεσή του χαρακτηρίζει εξαιρετικά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος και θεωρεί ανεπαρκείς τις προτάσεις-δικαιολογίες των Ευρωπαίων και την άρνησή τους να ασχοληθούν σοβαρά με το μείζον αυτό ζήτημα
Χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα έληξε η χθεσινή συνεδρία του Γιούρογκρουπ για την Ελλάδα, με τον Πρόεδρο του Σώματος, ωστόσο, Γερούν Ντάισελμπλουμ, να τονίζει πως «η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης είναι προς το συμφέρον όλων».
Όπως είπε, οι Θεσμοί παραμένουν δεσμευμένοι στη συνέχιση των συνομιλιών και οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης ενθαρρύνουν την επιτάχυνση των διαδικασιών για την επιστροφή του κουαρτέτου «το ταχύτερο δυνατόν» στην Αθήνα και την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Τα καλά νέα, είπε ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, είναι ότι η ελληνική οικονομία ανακάμπτει και υπάρχει ισχυρή δυναμική στο δημοσιονομικό πεδίο και έσοδα καλύτερα του αναμενόμενου. «Ελλάδα και Θεσμοί παραμένουν δεσμευμένοι για να βρεθεί συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (staff level agreement) και εμείς ενθαρρύνουμε να προσπαθήσουν», είπε.
Από την πλευρά του ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας Πιέρ Μοσκοβισί έκανε λόγο για μία «καλή συζήτηση για την Ελλάδα», προσθέτοντας ότι πρέπει να συνεχιστούν οι επαφές τις επόμενες εβδομάδες. Εξέφρασε δε την εκτίμηση ότι δεν απέχουμε πολύ από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.
«Θα συνεχίσουμε τις επαφές και θα προετοιμάσουμε έδαφος για επιστροφή των ομάδων μας στην Αθήνα. Ελπίζω να μπορέσει να συμβεί σύντομα», είπε ο Γάλλος επίτροπος. Έκανε επίσης λόγο για ανάγκη καθολικής συμφωνίας για τις μεταρρυθμίσεις και τα δημοσιονομικά στην Ελλάδα.
Σόιμπλε: Η Αθήνα δεν έχει υλοποιήσει όλες τις δεσμεύσεις
Πάντως, πριν από τη συνεδρία του Γιούρογκρουπ, ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε στην ουσία προκαταλάβει το αποτέλεσμα.
«Σήμερα (χθες) δεν θα ασχοληθούμε πολύ εντατικά με την Ελλάδα. Δεν υπάρχουν νέες καταστάσεις που έχουμε προς συζήτηση. Θα πρέπει να περιμένουμε. Θα πρέπει, και αυτό είναι θέμα της Ελλάδας, να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Έχει καθυστερήσει λίγο η ιστορία, αλλά μόλις τελειώσουν τα θέματα δεν θα υπάρχουν προβλήματα. Δεν πρέπει όμως να προτρέξουμε», είπε και τόνισε:
«Δεν ξέρω τις σκέψεις της ελληνικής Κυβέρνησης. Δεν έχει κάνει μέχρι τώρα όλα όσα έχει δεσμευθεί. Έχει φτάσει όμως ο χρόνος να το κάνει αυτό. Ο χρόνος γίνεται όλο και πιο πιεστικός, αλλά από την πλευρά των Θεσμών δεν υπάρχουν κανενός είδους προβλήματα». Εκτίμησε δε ότι το ΔΝΤ θα τηρήσει αυτά τα οποία έχουν αποφασιστεί στο παρελθόν.
Καμπανάκι από ΔΝΤ
Πάντως, το ΔΝΤ, το οποίο διαμηνύει με κάθε τρόπο ότι συμμετέχει κανονικά στο ελληνικό μνημόνιο, με νέα έκθεσή του κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το ελληνικό χρέος, χαρακτηρίζοντάς το ως εξαιρετικά μη βιώσιμο.
Όπως μετέδωσε από την Ουάσιγκτον ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν υποχωρεί στο θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, το οποίο χαρακτηρίζει εξαιρετικά μη βιώσιμο, και θεωρεί ανεπαρκείς τις προτάσεις-δικαιολογίες των Ευρωπαίων και την άρνησή τους να ασχοληθούν σοβαρά με το μείζον αυτό ζήτημα.
Την ίδια ώρα, απαιτεί σημαντική αναδιάρθρωση των όρων των ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα για να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του χρέους. «Χωρίς αναδιάρθρωση το χρέος δεν είναι βιώσιμο», τονίζει το Ταμείο.
Τρία αιτήματα
Σύμφωνα, εξάλλου, με πληροφορίες, που δεν επιβεβαιώθηκαν από το Ταμείο, τα παραπάνω αναφέρονται στη νέα αναθεωρημένη έκθεση βιωσιμότητας, που παραδόθηκε την Τρίτη το βράδυ στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ. Η έκθεση θα συζητηθεί σε ειδική συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Πολ Τόμσεν και οι συνεργάτες του επιθυμούν:
* Πρώτον, μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους με επέκταση της περιόδου χάριτος και αναβολές καταβολής τόκων έως το 2040,
* Δεύτερον, επέκταση των ωριμάνσεων των ευρωπαϊκών δανείων έως το 2070 και
* Τρίτον, τη μείωση των επιτοκίων όλων των δανείων του ESFSF και του ESM για 30 χρόνια, χαμηλότερα του 1,5%.
Άλλες απόψεις
Στο Ταμείο πιστεύουν, ακόμη, ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι καθόλου βιώσιμο, και δεν θα καταστεί τέτοιο ούτε με την πλήρη εφαρμογή των πολιτικών που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος του ESM. Η αναφορά αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, στην ουσία δείχνει το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται το Ελληνικό Πρόγραμμα με βάση τη λογική του ΔΝΤ.
Πιστεύουν, επίσης, ότι μακροπρόθεσμα οι δημόσιες δαπάνες για τη χρηματοδότηση του χρέους θα λάβουν εκρηκτικό χαρακτήρα, καθώς η Ελλάδα δεν δύναται να αντικαταστήσει την ιδιαίτερα χαμηλή χρηματοδότηση που λαμβάνει από τους δανειστές της, με χρηματοδότηση από τις αγορές, οι οποίες θα προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το Ταμείο αναζητεί λύσεις που θα διασφαλίσουν ότι το ελληνικό χρέος θα έχει καθοδική πορεία, και επίσης θα διατηρηθούν οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες στο 15 με 20% του ΑΕΠ. Στο Ταμείο πιστεύουν ότι δεν είναι συνεπείς με τη βιωσιμότητα οι όποιες λύσεις προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση, και οι οποίες δεν οδηγούν σε μια πτωτική πορεία του χρέους στον χρονικό ορίζοντα έως το 2060.
Τα σενάρια
Το Ταμείο, όπως πάντα, καταγράφει και τα σενάριά του. Έτσι, ένα από τα σενάρια αναφέρει ότι μέχρι το 2020 το ελληνικό χρέος αναμένεται να φτάσει στο 170% του ΑΕΠ, και το 2022 μέχρι το 164% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια αναμένεται να αυξηθεί μέχρι το 2060 και να φτάσει στο 275% του ΑΕΠ. Πιστεύουν δηλαδή ότι το κόστος του χρέους θα αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου καθώς ο δανεισμός από τις αγορές θα αντικαθιστά τα χαμηλότοκα δάνεια των Ευρωπαίων δανειστών.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος θα ανέλθουν στο 15% του ΑΕΠ ήδη από το 2024 και στο 20% του ΑΕΠ μέχρι το 2031, φθάνοντας περίπου το 33% από το 2040 και περίπου το 62% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.
Διάσταση με Ευρώπη
Σημειώνεται ότι υπάρχει πλήρης διαφωνία του ΔΝΤ με τους Ευρωπαίους στο θέμα του χρέους, καθώς οι τελευταίοι είναι αισιόδοξοι ότι θα υπάρξει πιο ήπια δυναμική. Οι Ευρωπαίοι ενημέρωσαν το Ταμείο για τα εξής: Το ελληνικό χρέος προβλέπεται να μειωθεί κάτω από 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2030 και ελαφρώς πάνω από το 100% του ΑΕΠ από το 2040, με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες να παραμένουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ μέχρι το 2023, κάτω από το 20% του ΑΕΠ μέχρι το 2040, αλλά να αυξάνονται στο 24% του ΑΕΠ από το 2060.
Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται σε σημαντικά πιο αισιόδοξες παραδοχές από εκείνες του ΔΝΤ, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη και το πρωτογενές πλεόνασμα, που βάσει των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων θα διατηρηθεί στο 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία (έως το 2028), θα μειωθεί σταδιακά στο 3,2% από το 2030, και στο 1,5% μετά το 2040.
ΙΟΒΕ: Βλέπει ανάπτυξη μέχρι 2% για το τρέχον έτος
ΩΣ «πολύ αμφίβολη» κρίνει «την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου που έχει τεθεί για μεγέθυνση κοντά στο 3% στο τρέχον έτος» το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) στο τελευταίο τεύχος για το 2016, της τριμηνιαίας έκθεσής του υπό τον τίτλο «Η Ελληνική Οικονομία».
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, «αυτή είναι πιθανό να κυμανθεί στην περιοχή του 1,5 με 2%, ένα όχι ευκαταφρόνητο επίπεδο», όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά. Κατά το ΙΟΒΕ, «αρκετές από τις λειτουργίες της οικονομίας σταδιακά ανακάμπτουν από το πλήγμα του καλοκαιριού του 2015 και βρίσκουν μια κανονικότητα. Έτσι, καθώς η βάση εκκίνησης ήταν χαμηλή, η ανάκαμψη δεν πρέπει να δημιουργεί έκπληξη. Επιπλέον, μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων συνεισφέρουν θετικά, έστω με καθυστέρηση.
Επίσης, η ενίσχυση των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμών στην αγορά βελτιώνει το ΑΕΠ, όπως και τα φορολογικά έσοδα και μειώνει αντίστοιχα τη μη καταγεγραμμένη δραστηριότητα. Όμως, αυτή η θετική αντίδραση της οικονομίας δεν μπορεί να παρερμηνεύεται ότι εξασφαλίζει μια πορεία διατηρήσιμης ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα», προστίθεται, μεταξύ άλλων.




