Η Κεντρική Τράπεζα σκιαγραφεί το χρηματοοικονομικό τοπίο και προειδοποιεί
Μη εξυπηρετούμενα δάνεια, υπερδανεισμός των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και οι μειωμένες προοπτικές κερδοφορίας, οι τρεις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει ο τραπεζικός τομέας


Τις προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπο το χρηματοοικονομικό σύστημα της Κύπρου και τις εκτιμήσεις της για μειωμένες προοπτικές κερδοφορίας, τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής, περιγράφει στην έκθεσή της για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την οποία δημοσιοποίησε χθες, η Κεντρική τράπεζα.

Στην έκθεσή της η Κεντρική αναφέρει ότι τα ευάλωτα σημεία, οι τρεις προκλήσεις του χρηματοοικονομικού μας συστήματος, που έχουν εντοπισθεί ως οι κύριες πηγές κινδύνου, είναι η χαμηλή ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου λόγω της υπερβολικής έκθεσης του τραπεζικού τομέα σε μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις, ο υπερδανεισμός του μη χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα (νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις) και οι μειωμένες προοπτικές κερδοφορίας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής σε παρατεταμένο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.

Το δανειακό χαρτοφυλάκιο
Σε σχέση με την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου, η Κεντρική σημειώνει ότι η πτωτική τάση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων συνεχίζεται, καθώς πολλές αναδιαρθρωμένες χορηγήσεις έχουν πλέον καταστεί εξυπηρετούμενες χορηγήσεις.

«Τα πιστωτικά ιδρύματα -αναφέρει- αναδιοργάνωσαν τις δραστηριότητές τους, δημιούργησαν ειδικές μονάδες διαχείρισης ακινήτων και εξετάζουν στρατηγικές προκειμένου να ρευστοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τους. Κάποια θετικά αποτελέσματα έχουν ήδη αρχίσει να παρατηρούνται και ο ρυθμός των αναδιαρθρώσεων των χορηγήσεων αναμένεται να επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο.

Η εντατικοποίηση στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης και η αποτελεσματική εφαρμογή του σύγχρονου πλαισίου αφερεγγυότητας αναμένεται να επιφέρουν επιτάχυνση στη διαδικασία μείωσης των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων».

Παρά ταύτα, η Κεντρική εκφράζει την εκτίμηση ότι το υψηλό επίπεδο δανεισμού των νοικοκυριών και των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων πιθανό να δημιουργήσει δυσκολίες στην αποπληρωμή, σε περίπτωση απότομης μείωσης των διαθέσιμων εισοδημάτων τους.

Σημειώνει, ωστόσο, ότι η εντατικοποίηση στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης και η αποφασιστική εφαρμογή του νέου πλαισίου αφερεγγυότητας αναμένεται να μειώσουν το συνολικό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων και να επιφέρουν επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του χρέους του ιδιωτικού τομέα.

Οι πιέσεις στην κερδοφορία
Η Κεντρική Τράπεζα διαπιστώνει, επίσης, ότι οι πιέσεις στην κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιρειών του κλάδου ζωής συνεχίζονται και τονίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα επηρεάζονται από τα χαμηλά επιτόκια, αφού τα καθαρά έσοδα από τόκους είναι η πιο σημαντική πηγή των εσόδων τους.

«Η κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων μπορεί να μειωθεί περαιτέρω, αν τα πιστωτικά ιδρύματα δεν πετύχουν να την αντισταθμίσουν με αύξηση στον όγκο των χορηγήσεων ή/και με τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου», εκτιμά η Κεντρική και προσθέτει ότι και οι ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής επηρεάζονται από το παρατεταμένο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, αφού περιορίζονται τα έσοδά τους από επενδύσεις.

Τα επιτόκια
«Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, τονίζεται στην έκθεση, το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων μπορεί να είναι ευνοϊκό για το χρέος του εγχώριου μη χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα και για το δημόσιο χρέος, καθότι έχουν μειωθεί τα δανειστικά επιτόκια. Όμως, η διατήρηση των χαμηλών δανειστικών επιτοκίων για μια παρατεταμένη περίοδο απειλεί την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα αναμένεται ότι θα επηρεαστούν αρνητικά από τα χαμηλά επιτόκια, λόγω της συρρίκνωσης του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους είναι η πιο σημαντική πηγή των εσόδων τους, με μερίδιο 75% των συνολικών εσόδων τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2016.

Αυτό το επίπεδο είναι υψηλό σε σύγκριση με τα ποσοστά των πιστωτικών ιδρυμάτων άλλων κρατών μελών της ΕΕ. Ίσως τα πιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου να πρέπει να επαναξιολογήσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα».

Σημαντικό βήμα η βελτίωση της ποιότητας
Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι η διαδικασία απομόχλευσης στον τραπεζικό τομέα συνεχίζεται και έχει οδηγήσει στη μείωση του συνόλου των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού του τομέα κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2010-Ιουνίου 2016 κατά 53% και προσθέτει ότι η βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα.

Στην έκθεση της Κεντρικής αναφέρεται, επίσης, ότι κατά το 2016, η κυπριακή οικονομία συνέχισε να καταγράφει οικονομική μεγέθυνση για δεύτερη συνεχή χρονιά μετά από τρία χρόνια συρρίκνωσης και ότι εισήλθε σε πορεία σταδιακής ανάκαμψης.

«Η κυπριακή οικονομία -προστίθεται- βρίσκεται από τον Μάρτιο του 2016 εκτός Μνημονίου, έχοντας ολοκληρώσει επιτυχώς το μακροοικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής που συμφωνήθηκε με τους διεθνείς δανειστές τον Μάρτιο του 2013.

Η πρόσβαση της Κύπρου στις αγορές για χρηματοδότηση και το κόστος χρηματοδότησης έχουν βελτιωθεί, όπως αντικατοπτρίζεται στην επιτυχή έκδοση τίτλων του Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κατά το 2016», σημειώνεται.

Οι προκλήσεις παραμένουν
«Ενώ όμως οι οικονομικές συνθήκες παρουσιάζουν σαφή βελτίωση -συνεχίζει η έκθεση- οι προκλήσεις παραμένουν. Το τραπεζικό σύστημα έχει πολύ υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων και επιβάλλεται η δραστική μείωσή τους, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη χρηματοδότηση της οικονομίας και να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η εντατικοποίηση στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης και η αποτελεσματική εφαρμογή του σύγχρονου πλαισίου αφερεγγυότητας, που εισήχθη το 2015, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων», αναφέρει.

Για την ανεργία, η έκθεση σημειώνει ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά την πτωτική πορεία που ακολουθεί τα τελευταία τρία έτη.