Δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική πολιτική
Μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα οδηγήσει στην αύξηση των επιτοκίων από τη FED, πράγμα που θα επιφέρει εκροή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες προς τις ΗΠΑ
Κατά το 2017 διάφορες πολιτικές εξελίξεις διεθνώς αναμένεται να επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία. Η εκλογή του κ. Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής προβλέπεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα, ανάλογα με τις αποφάσεις που θα λάβει για την οικονομία της Αμερικής. Ο Πρόεδρος Τραμπ υποσχέθηκε να προωθήσει την εκτέλεση διαφόρων έργων υποδομής και παράλληλα να μειώσει τη φορολογία.
Αν η υπόσχεση αυτή εφαρμοστεί, θα οδηγήσει σε αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν ευνοϊκά οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Για να αποφευχθεί όμως η αύξηση του πληθωρισμού, η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) θα υποχρεωθεί να αυξήσει τα επιτόκια, με αποτέλεσμα την αύξηση της συναλλαγματικής αξίας του δολαρίου. Ως εκ τούτου, αναμένεται αύξηση των εξαγωγών και μείωση των εισαγωγών, κάτι που θα έχει και πάλι ευνοϊκές επιπτώσεις στην αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Αλλά για να αποφευχθεί τόσο η έξοδος κεφαλαίων από τις χώρες αυτές, όσο και η υποτίμηση των νομισμάτων τους, προβλέπεται ότι θα αυξηθούν τα επιτόκια, πράγμα που θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στον ρυθμό ανάπτυξής τους. Αναφέρεται επίσης ότι ο Πρόεδρος Τραμπ υποσχέθηκε να μειώσει ή ακόμη και να εξαλείψει το εμπορικό έλλειμμα. Αν όμως εφαρμόσει την υπόσχεση αυτή, τότε δυστυχώς θα πρέπει να πάρει προστατευτικά μέτρα με δυσμενείς επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και, κατά συνέπεια, στον ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.
Ειδικά, αναμένεται να επηρεαστεί η κινεζική οικονομία, αφού ήδη ο Πρόεδρος Τραμπ κατηγορεί την Κίνα για χειραγώγηση της συναλλαγματικής αξίας του γιουάν. Η κατάσταση στην περίπτωση της Κίνας έχει ήδη επιδεινωθεί, λόγω της αμφιβολίας που επικρατεί, κατά πόσον ο Πρόεδρος Τραμπ θα συνεχίσει την πολιτική των προηγούμενων προέδρων για την αναγνώριση από τις ΗΠΑ «μιας και μόνο Κίνας».
Οι συνέπειες Brexit και εκλογών
Άλλες πολιτικές εξελίξεις που αναμένεται να επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία είναι η αβεβαιότητα από τις συνέπειες του Brexit, και οι εκλογικές αναμετρήσεις που θα γίνουν το 2017 στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Στην περίπτωση της Γαλλίας, αν εκλεγεί στην προεδρία η ακροδεξιά υποψήφια Μαρίν Λε Πεν, πολύ πιθανόν να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην Ε.Ε., αφού έχει υποσχεθεί να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. Γεωπολιτικές εντάσεις επίσης συνεχίζουν να υφίστανται στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, ενώ η κατάσταση στη Συρία χειροτερεύει.
Όπως υπολογίζεται από τους αναλυτές, από τον περασμένο Νοέμβριο το δολάριο ήταν υπερτιμημένο γύρω στο 11% και υποστηρίζουν ότι η δημοσιονομική τόνωση που αναμένεται να δοθεί από τον Πρόεδρο Τραμπ και το Κογκρέσο, καθώς και η αύξηση των επιτοκίων, θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ενδυνάμωση του δολαρίου. Έτσι, υπάρχει πρόβλεψη ότι το αμερικανικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διευρυνθεί από το 2,7% του ΑΕΠ, φέτος μέχρι το 2021.
Η αντιμετώπιση του εμπορικού ελλείμματος αποτελούσε σημαντική υπόσχεση του Προέδρου Τραμπ κατά την προεκλογική εκστρατεία και το πρόσωπο που αναμένεται να είναι ο νέος Υπουργός Εμπορίου, ο Wilbur Ross, αντιπρόεδρος της Τράπεζας Κύπρου, υποστηρίζει ότι η εξάλειψη του εμπορικού ελλείμματος αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, δήλωση που έτυχε επίκρισης από τους οικονομολόγους.
Οι εταιρικοί φόροι
Αν η μείωση των εταιρικών φόρων στις ΗΠΑ ωθήσει τις πολυεθνικές εταιρείες στο να επαναπατρίσουν τα κέρδη τους, τα οποία μέχρι τώρα διατηρούν εκτός των ΗΠΑ, αυτό θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αύξηση των επιτοκίων. Όσο ευπρόσδεκτο είναι το ισχυρό δολάριο στην Ιαπωνία και τη Γερμανία, άλλο τόσο ανεπιθύμητο είναι στις αναδυόμενες αγορές.
Και τούτο, γιατί η πτώση στις συναλλαγματικές αξίες των νομισμάτων τους θα ασκήσει πιέσεις στις Κεντρικές Τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια, τόσο για να αποφύγουν την περαιτέρω υποτίμηση, όσο και για να περιορίσουν την αύξηση του πληθωρισμού που προέρχεται από ένα υποτιμημένο νόμισμα.
Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι οι επιχειρήσεις που έχουν δανειστεί σε δολάρια θα πρέπει να καταβάλουν μεγαλύτερα ποσά σε ντόπιο νόμισμα για να αποπληρώσουν τα εν λόγω δάνεια.
ΗΠΑ-Κίνα
Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει διάφορες επιλογές όσον αφορά την εμπορική πολιτική του προς την Κίνα. Με βάση την υφισταμένη νομοθεσία, σε περίπτωση που η κυβέρνηση της Αμερικής διαπιστώσει ότι η Κίνα χειραγωγεί το νόμισμά της, μπορεί να ζητήσει εντατικές διαπραγματεύσεις μαζί της.
Αν αυτό δεν οδηγήσει πουθενά, ο Πρόεδρος Τραμπ θα μπορούσε να απειλήσει με κυρώσεις, όπως, για παράδειγμα τον αποκλεισμό των κινεζικών εταιρειών σε προσφορές για την εκτέλεση δημοσίων έργων.
Αλλά ο Πρόεδρος Τραμπ, κατά την προεκλογική του εκστρατεία, δήλωσε ότι θα επιβάλει φορολογία 35% για προϊόντα που παράγονται από αμερικανικές εταιρείες στο Μεξικό και την Κίνα, κάτι το οποίο θα οδηγήσει σε σοβαρές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο, αφού από τις χώρες αυτές θα υπάρξουν αντίποινα.
Ο στόχος της ανάπτυξης
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), κατά το 2016 οι κυβερνήσεις διεθνώς απέφυγαν την αύξηση της φορολογίας, με επιδίωξη τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών προς τον στόχο της αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης.
Ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι οι συνεχείς αυξήσεις των εταιρικών φόρων, των φόρων στην εργασία και των φόρων προστιθέμενης αξίας, που ήταν χαρακτηριστικό της περιόδου μετά τη δημοσιονομική κρίση του 2008, σταμάτησαν και κατά πάσα πιθανότητα θα αντιστραφούν. Και ο ΟΟΣΑ προσθέτει ότι, ενώ οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις είχαν στόχο τη δημοσιονομική σταθερότητα μετά την οικονομική κρίση, τώρα ο στόχος της αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης φαίνεται να επικρατεί στις φορολογικές μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα, καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια για μείωση των εταιρικών φόρων, η οποία επιβραδύνθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αναφέρεται ότι πέντε χώρες του ΟΟΣΑ μείωσαν τους φορολογικούς συντελεστές το 2015 και τέσσερεις ανακοίνωσαν μείωση για τα προσεχή χρόνια. Στις χώρες που προώθησαν ειδικές μεταρρυθμίσεις το 2015 περιλαμβάνονται το Βέλγιο, η Αυστρία και η Ολλανδία, που μείωσαν τους φόρους στα εισοδήματα των εργαζομένων.
Στη Νορβηγία και την Ιαπωνία οι πιο σημαντικές αλλαγές αφορούσαν στη μείωση των εταιρικών φόρων, με στόχο την προώθηση των επενδύσεων. Στην Ισπανία οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις αφορούσαν τη μείωση τόσο των εταιρικών φόρων όσο και των φόρων στην εργασία, με στόχο να δοθεί ώθηση στην οικονομία.
Επικρίσεις εκ των έσω για ΔΝΤ
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) τύγχανε επίκρισης από την αριστερά για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του, που υποχρέωναν τις χώρες με υψηλό χρέος να ανοίγουν τις αγορές τους και να υιοθετούν δημοσιονομική λιτότητα.
Τώρα, όμως, οι επικρίσεις προέρχονται από το ίδιο το ΔΝΤ. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σε περιοδικό του ΔΝΤ, τρεις από τους πιο σημαντικούς οικονομολόγους του ΔΝΤ αναφέρουν ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική ίσως να μην ήταν τόσο επιτυχής όσο εθεωρείτο, γεγονός που οδήγησε σε αυξημένη ανισότητα, που υπέσκαψε την οικονομική ανάπτυξη. Πολιτικές που ειδικά τυγχάνουν επίκρισης από τους τρεις αυτούς οικονομολόγους είναι η ελευθεροποίηση της διακίνησης κεφαλαίων και η δημοσιονομική βιωσιμότητα ή, όπως αποκαλείται σήμερα, δημοσιονομική λιτότητα.
Ο κ. Jonathan Ostry, υποδιευθυντής του τμήματος ερευνών του ΔΝΤ και επικεφαλής των τριών αυτών οικονομολόγων, δήλωσε ότι σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι να επικρίνει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά να οδηγήσει σε μια πιο λεπτομερή μελέτη της πολιτικής αυτής.
Σε μελέτη του ΟΟΣΑ, όμως, αναφέρεται ότι οι χώρες πρέπει να ανησυχούν λιγότερο για την ανισότητα και περισσότερο για την απασχόληση. Ο ΟΟΣΑ στη μελέτη του τονίζει ότι οι πολιτικές που αυξάνουν την παραγωγικότητα και την απασχόληση θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα τόσο για τη βελτίωση της οικονομικής ευημερίας, όσο και για τον περιορισμό της ανισότητας.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΙΑ
MBA, ACA, FCCA, Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited, τηλ. 22209133, ηλεκ. διευθ. [email protected].
Σημ.: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG




