Βελτιωμένες οι προοπτικές για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα
Οι κυπριακές τράπεζες κατάφεραν το 2016 να σταθεροποιήσουν τα κέρδη τους μετά τις ζημιές των τελευταίων ετών, ενώ ευοίωνες είναι οι ενδείξεις για το 2017, λόγω των μέτρων που λαμβάνονται για μείωση του λειτουργικού κόστους και αύξηση των εσόδων τους


Με βελτιωμένες προοπτικές σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο εποπτικό περιβάλλον εισέρχεται το 2017 για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Το σύστημα δείχνει να σταθεροποιείται μετά τα δύσκολα έτη που ακολούθησαν το bail-in του Μαρτίου του 2013, με τα κέρδη, τα κεφάλαια και τη ρευστότητα των τραπεζών να βρίσκονται στο υψηλότερο ιστορικό επίπεδο.

Οι κυπριακές τράπεζες κατάφεραν το 2016 να σταθεροποιήσουν τα κέρδη τους μετά τις ζημιές των τελευταίων ετών, ενώ ευοίωνες είναι οι ενδείξεις για το 2017, λόγω των μέτρων που λαμβάνονται για μείωση του λειτουργικού κόστους και αύξησης των εσόδων τους.

Σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, το τρίτο τρίμηνο του 2016 τα κέρδη των τραπεζών που αναλογούν στους μετόχους ανήλθαν στα €250 εκ. έναντι κερδών €216 εκ. το δεύτερο τρίμηνο του 2016 και μόλις €18 εκ. το τρίτο τρίμηνο του 2015. Από το τέταρτο τρίμηνο του 2010 μέχρι και το τέλος του 2013, οι κυπριακές τράπεζες κατέγραψαν συνολικές ζημιές €23,4 δισ., επιβαρύνοντας τους ισολογισμούς τους με ετήσιες ζημιές μεταξύ €4-5 δισ. την περίοδο 2011 με 2013.

Παρά τα αυξημένα κέρδη, τα πλείστα εκ των οποίων προέκυψαν στο πρώτο μισό του έτους, οι επόπτες των τραπεζών προσγειώνουν τις προσδοκίες, ζητώντας τη σταδιακή αναγνώριση πρόσθετων προβλέψεων, με ανάλογες συνέπειες στην κερδοφορία.

Τα αποτελέσματα των τραπεζών για το τελευταίο τρίμηνο δείχνουν τη διαφοροποίηση των αρχικών προσδοκιών κερδοφορίας και οι επίσημες ανακοινώσεις σηματοδοτούν συνέχεια των σχετικά χαμηλών κερδών και το επόμενο διάστημα.

Προβλήματα στους ισολογισμούς
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το τραπεζικό σύστημα παραμένει ο βαθμός αναγνώρισης των προβλημάτων στους ισολογισμούς τους. Αν και από το τέλος του 2010 μέχρι και το τέλος του 2015 οι τράπεζες προχώρησαν σε προβλέψεις €34,4 δισ., ο δείκτης κάλυψης των μεικτών δανείων με προβλέψεις παραμένει - σε επίπεδο συστήματος - σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Το 37% της κάλυψης συνεπάγεται μελλοντικές ζημιές €2,7 δισ. εάν σε επίπεδο συστήματος χρειαστεί να ανεβεί η κάλυψη στο 50%.

Προβληματισμός υπάρχει και για τις συνεχώς μεταβαλλόμενες και πιο αυστηρές εποπτικές απαιτήσεις, αλλά και για την αλλαγή των λογιστικών προτύπων με τρόπο που θα αναγνωρίζονται ζημιές και για μελλοντικές και όχι μόνο παρελθούσες απώλειες.

Ο μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (€24,2 δισ.) συνεχίζει να προκαλεί πονοκέφαλο τόσο στα τραπεζικά επιτελεία όσο και στους επόπτες, αφού οι προσδοκίες για πιο ταχεία μείωσή τους δεν δείχνουν να επαληθεύονται. Υπάρχει βέβαια κάποια βελτίωση: Από τον Δεκέμβριο 2014 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2016 σημειώθηκε συνολική μείωση στις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις ύψους €3,2 δισ. ή 11,7%.

Διαχείριση των εκποιήσεων ακινήτων
Στα ζητήματα που καλούνται να διαχειριστούν τραπεζίτες και επόπτες είναι και οι εκποιήσεις ακινήτων. Παρά τις αρχικές προσδοκίες, οι διαδικασίες εκποιήσεων δεν έχουν μέχρι στιγμής αποδώσει τα αναμενόμενα για τις τράπεζες, ούτε σε επίπεδο όγκου ακινήτων, ούτε σε επίπεδο αποτελεσμάτων.

Αν και οι δυσκολίες παραμένουν, το μακροοικονομικό περιβάλλον έχει δημιουργήσει διαφορετική δυναμική στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του 3% που αναμένονται μέχρι το 2019, δημιουργούν αισιοδοξία στις τράπεζες για ακόμα πιο αποτελεσματική διαχείριση των προβληματικών δανείων.

Το υψηλότερο από το 2010
Παρά τα συσσωρευμένα προβλήματα στους ισολογισμούς τους, οι τράπεζες έχουν σήμερα πολλαπλάσια κεφάλαια απ' ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος ανήλθε στο 16,5% τέλος Σεπτεμβρίου του 2016, έναντι 16,2% το δεύτερο τρίμηνο και 15,7% το τρίτο τρίμηνο του 2015.

Είναι το υψηλότερο σημείο από το 2010, που υπάρχουν διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία. Τα κεφάλαια των τραπεζών υπερκαλύπτουν το ελάχιστο εποπτικό όριο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού που αναθεωρήθηκε για τις τρεις μεγάλες τράπεζες στο 14-14,25% από 11,75% που ήταν πέρυσι.

Η βελτίωση επήλθε τόσο με τη σταθεροποίηση του λογαριασμού αποτελεσμάτων όσο και με την ταχεία απομόχλευση που επέφερε η ανταλλαγή δανείων με ακίνητα - κάτι που έγινε κυρίως με τους μεγάλους developers. Ενώ οι τράπεζες προχωρούν σε διαγραφές δανείων για μείωση των πιστωτικών τους χαρτοφυλακίων, ο νέος δανεισμός είναι περιορισμένος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Άλλωστε στην αγορά δεν υπάρχουν τόσα νέα projects για χορηγήσεις και οι τράπεζες αναζητούν τρόπους να προχωρήσουν σε πιστώσεις στο εξωτερικό, κάτι που οι επόπτες βλέπουν προς το παρόν με σχετική επιφυλακτικότητα.

Καλύτερα επίπεδα ρευστότητας
Οι τράπεζες απολαμβάνουν επίσης πολύ καλύτερα επίπεδα ρευστότητας απ' ό,τι τα τελευταία χρόνια. Το έλλειμμα στα καταθετικά αποθέματα των τραπεζών (καταθέσεις πλην δάνεια) περιορίστηκε τέλος Οκτωβρίου του 2016 στα €5456 εκ. σε σχέση με €16770,7 εκ. τέλος του Δεκεμβρίου του 2015. Η έκτακτη ρευστότητα έχει σχεδόν εξαλειφτεί από το σύστημα και η εισροή νέων καταθέσεων από εγχώριους και ξένους καταθέτες έχουν ενισχύσει τα καταθετικά τους αποθέματα.

ΠΗΓΗ: STOCKWATCH