Η Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται
Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ προβλέπεται να κυμανθεί περίπου στα ίδια επίπεδα και το 2017, ενώ περαιτέρω βελτίωση γύρω στο 3% αναμένεται για το 2018 και 2019, αντανακλώντας την αναμενόμενη ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις καθαρές εξαγωγές


Η ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας θα ανέρχεται στο 3% την επόμενη τριετία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας. Στο οικονομικό δελτίο Δεκεμβρίου 2016 , η ΚΤ αναφέρει ότι για ολόκληρο το 2016 το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,8% έναντι 2,7% που αναμενόταν στις προβλέψεις Ιουνίου 2016.

Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ προβλέπεται να κυμανθεί περίπου στα ίδια επίπεδα και το 2017, ενώ περαιτέρω βελτίωση γύρω στο 3% αναμένεται για το 2018 και 2019, αντανακλώντας κυρίως την αναμενόμενη ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις καθαρές εξαγωγές. Σύμφωνα με την ΚΤ, οι θετικές επιδόσεις και προοπτικές της οικονομίας στηρίζονται εν μέρει και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που έχουν επιφέρει οι διαρθρωτικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων.

Η αγορά εργασίας
Η αγορά εργασίας, αν και με κάποια υστέρηση χρόνου, επηρεάζεται θετικά από τις προαναφερθείσες εξελίξεις στην οικονομική δραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 12,1% το δεύτερο τρίμηνο του 2016 σε σύγκριση με 14,1% το προηγούμενο τρίμηνο και 14,6% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015.

Το ποσοστό ανεργίας, έτσι όπως ορίζεται από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ), αναμένεται να καταγράψει περαιτέρω μείωση το 2016, φθάνοντας στο 12,8% από 14,9% το 2015. Συνεχιζόμενη βελτίωση αναμένεται να καταγραφεί το 2017 και το 2018, φτάνοντας στο 10,7% και 8,8% αντίστοιχα, με περαιτέρω μείωση στο 6,9% το 2019.

Η πορεία της ανεργίας διαγράφεται ηπιότερη από τις διαχρονικές προβλέψεις των διεθνών δανειστών της Κύπρου, κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης της παρουσίας των ξένων εργατών στην Κύπρο, της συνεχιζόμενης ανάκαμψης της απασχόλησης καθώς και της ευελιξίας που επέδειξε η κυπριακή αγορά εργασίας σε σχέση με τους μισθούς. Εντούτοις, μέχρι και το 2019 αναμένεται να παραμείνει σε επίπεδα υψηλότερα από το μέσο επίπεδο ανεργίας που είχε καταγραφεί την περίοδο προ της κρίσης.

Αυξάνεται ο πληθωρισμός
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, αναμένονται σταδιακές αυξήσεις στις τιμές τα επόμενα έτη στη βάση της συνεχιζόμενης ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας και της αύξησης της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, καθώς και στη βάση μιας προβλεπόμενης υποχώρησης των εξωγενών επιπτώσεων που συνέβαλαν στη μείωση των τιμών το 2016.

Επωφελούνται οι τράπεζες
Σε ό,τι αφορά τον χρηματοοικονομικό τομέα, σημειώνεται ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου συνεχίζουν να επωφελούνται σημαντικά από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων τριών κυρίως χρόνων, διορθώνοντας θεμελιώδεις αδυναμίες του παρελθόντος, γεγονός που συνεισέφερε ουσιαστικά στη βελτίωση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης του κοινού προς τον τραπεζικό τομέα.

Η διαχείριση των ΜΕΔ
Παρ' όλ' αυτά, η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία παραμένουν σε υψηλό επίπεδο, αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας.

Προς απάμβλυνση του προβλήματος αυτού, η ΚΤ συνέβαλε ουσιαστικά στη λήψη μιας σειράς μέτρων, έτσι ώστε να δοθούν ισχυρά κίνητρα στις τράπεζες και τους δανειολήπτες να προχωρήσουν σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις των μη εξυπηρετούμενων οφειλών τους.

Τα μέτρα αυτά σε συνδυασμό με τη σημαντική βελτίωση του οικονομικού κλίματος έχουν οδηγήσει σε μια σταδιακή μείωση του επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αύξηση χρέους
Παράλληλα, αύξηση €670 εκατομμυρίων, φθάνοντας στα €19,38 δισεκατομμύρια, σημείωσε στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2015 το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, από €18,71 δισ. στο τέλος Ιουνίου του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο τριμηνιαίο δελτίου του Γραφείου Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΓΔΔΧ) του Υπουργείου Οικονομικών.

Σύμφωνα με το ΓΔΔΧ, στο χρέος δεν περιλαμβάνονται ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις της κεντρικής κυβέρνησης και χρέος ημικρατικών οργανισμών που συγκαταλέγονται στην Κεντρική Κυβέρνηση. Η αύξηση του χρέους οφείλεται στην ανάληψη δανεισμού μέσω της έκδοσης ομολόγου τον περασμένο Ιούλιο που οδήγησε στην αύξηση των ρευστών διαθεσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 38% του χρέους αποτελεί δάνεια από την Τρόικα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, συνολικού ποσού €7,24 δισ.

Διάρθρωση
Ειδικότερα, το 65% του χρέους αποτελεί επίσημα δάνεια, το 17% ομόλογα εξωτερικού, το 10% ομόλογα εσωτερικού, το 4% ιδιωτικά δάνεια, το 2% Γραμμάτια Δημοσίου και το 2% αξιόγραφα για φυσικά πρόσωπα. Ειδικότερα, όσον αφορά τα επίσημα δάνεια (65%), το μεγαλύτερο ποσοστό που ανέρχεται στο 33% αφορά δάνεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), το 13% δάνεια από τη Ρωσική Ομοσπονδία, το 7% χρέος προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, το 6% δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΤΑΣΕ) και το 5% δάνεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).

Δομή χρέους
Σε σχέση με τη δομή του χρέους, το 21% αποτελεί χρέος εσωτερικού και το 79% χρέος εξωτερικού. Το βραχυπρόθεσμης διάρκειας χρέος είναι μόλις το 2%, με το υπόλοιπο χρέος να έχει μεσομακροπρόθεσμη διάρκεια. Επίσης, το 34% του χρέους αφορά κυβερνητικούς τίτλους και το υπόλοιπο 66% δάνεια.

Αποπληρωμές χρέους
Όσον αφορά τις αποπληρωμές χρέους, τον Σεπτέμβριο το ΓΔΔΧ διενήργησε επαναγορές εγχώριων ομολόγων λήξεως 2020-21 ύψους €236 εκατομμυρίων, στο πλαίσιο της διαχείρισης υποχρεώσεων. Οι λήξεις βραχυπρόθεσμου χρέους για το γ΄ τρίμηνο ανήλθαν στα €342 εκ. Επίσης, διενεργήθηκαν αποπληρωμές δανείων ύψους 81 εκ. ευρώ.

Εκδόσεις χρέους
Σύμφωνα με το ΓΔΔΧ, τον Ιούλιο η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε στην έκδοση 7-ετούς ευρωομολόγου ΕΜΤΝ ύψους 1 δισ. ευρώ, με επιτόκιο 3,75% (απόδοση 3,80%). Οι επενδυτές ήταν κυρίως Διαχειριστές Ταμείων με ποσοστό 62% και Τράπεζες με ποσοστό 22%, ενώ γεωγραφικά υπήρξε μια ευρεία κατανομή επενδυτών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ΓΔΔΧ, οι κύριοι επενδυτές προήλθαν κατά 28% εξίσου από το Ηνωμένο Βασίλειο και την υπόλοιπη Ευρώπη και κατά 24% από τις ΗΠΑ.