Χρήσιμο εργαλείο για Γ. Εισαγγελέα η έκθεση Ελεγκτικής Υπηρεσίας, για πώληση παραρτημάτων τραπεζών
Η έρευνα που βρίσκεται στο τελικό στάδιο θα διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες πώλησης 312 υποκαταστημάτων κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, καθώς και αν το αντίτιμο αντικατόπτριζε την αξία τους


Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας αποκάλυψε σε εφ' όλης της ύλης συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο στη «Σημερινή», ότι ετοιμάστηκε και διαβιβάστηκε, για σχόλια, την περασμένη Παρασκευή, σε Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (ΚΤΚ) και Υπουργείο Οικονομικών, έκθεση γεγονότων για τη δεύτερη μεγάλη έρευνα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας σχετικά με την πώληση των παραρτημάτων κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό.

Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δήλωσε ότι έχει διαμορφώσει μια πρώτη εικόνα για τη μεγάλη αυτή υπόθεση και ότι τα σχόλια των δύο εμπλεκόμενων οργανισμών θα περιληφθούν στην τελική έκθεση, μαζί με τις γενικές διαπιστώσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Η ολοκληρωμένη έκθεση γεγονότων θα διαβιβαστεί στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος, ως γνωστόν, διεξάγει ποινικές έρευνες για την καταστροφή της κυπριακής οικονομίας.

Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, η εφημερίδα μας παραθέτει κάποιες σημαντικές πληροφορίες σε σχέση με το προφίλ και τους στόχους της δεύτερης αυτής μεγάλης έρευνας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία πρόσφατα διαβίβασε στον Γενικό Εισαγγελέα έκθεση γεγονότων και για την υπόθεση του ELA.

Οι στόχοι της έρευνας
Η δεύτερη έρευνα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αφορά την πώληση 312 παραρτημάτων των τριών κυπριακών τραπεζών, δηλαδή της Τράπεζας Κύπρου, της Ελληνικής Τράπεζας και της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα.

Μεταξύ άλλων, η έρευνα εστιάζει και στα γεγονότα από την ετοιμασία σχεδίου αναδιάρθρωσης της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι και την τελική πώληση των υποκαταστημάτων αυτών στην Τράπεζα Πειραιώς, με στόχο τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στην εν λόγω πώληση, καθώς επίσης και στο αντίτιμο της πώλησης και κατά πόσο αυτό αντικατόπτριζε τη δίκαιη αξία των στοιχείων του ισολογισμού των εν λόγω υποκαταστημάτων.

Η έρευνα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην ανάλυση των στοιχείων που τηρούνται από την Κεντρική Τράπεζα, από το Υπουργείο Οικονομικών, στοιχείων από άλλες πηγές, καθώς επίσης και πληροφοριών από προσωπικές συνεντεύξεις με τους διάφορους εμπλεκόμενους λειτουργούς της ΚΤΚ και του Υπουργείου Οικονομικών που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, τη διαπραγμάτευση και την πώληση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.

Πρόβλημα στην εξασφάλιση όλων των στοιχείων
Όπως και στην περίπτωση του ελέγχου του ELA, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης της πώλησης των παραρτημάτων κυπριακών τραπεζών έχουν διαπιστωθεί σοβαρές ελλείψεις στην καταγραφή και καταχώριση σημαντικών εγγράφων και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, τόσο στα αρχεία της ΚΤΚ όσο και στα αρχεία του Υπουργείου Οικονομικών.

Όπως επισημαίνεται στην τελευταία ετήσια έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, σε απάντησή της η ΚΤΚ εξέφρασε τον προβληματισμό για το πώς η έρευνα αυτή, ιδίως ως προς το εάν το αντίτιμο της πώλησης αντικατόπτριζε τη δίκαιη αξία των στοιχείων του ισολογισμού των εν λόγω υποκαταστημάτων, συνδέεται με τις αρμοδιότητες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.

Η τελευταία ανταπάντησε ότι η πώληση των ελληνικών υποκαταστημάτων στην Πειραιώς διενεργήθηκε μέσω διατάγματος της ΚΤΚ υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης, της οποίας οι δραστηριότητες υπόκεινται στον έλεγχο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας με βάση το Άρθρο 60 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου.

«Άλλωστε, η όλη διαδικασία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ζημιά που υπέστησαν τελικά οι κυπριακές τράπεζες και τελικά τη ζημιά που υπέστησαν οι Κύπριοι φορολογούμενοι αφού, μπορεί μεν η διάσωση των τραπεζών να έγινε θεωρητικά με ίδια μέσα, είναι όμως προφανές ότι η διάσωση αυτή ενέπλεξε το κράτος στη διαδικασία σύναψης δανειακής σύμβασης από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν δεν ίσχυε αυτό, η διάσωση των τραπεζών δεν θα αποτελούσε ένα εκ των πλέον βασικών κεφαλαίων του Μνημονίου. Είναι συνεπώς προφανές ότι η όλη διαδικασία εμπίπτει απόλυτα στις αρμοδιότητες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, αφού το άρθρο 116 του Συντάγματος ρητά καθορίζει ως αρμοδιότητα του Γενικού Ελεγκτή, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο κάθε υποχρέωσης (συνεπώς και δανείου) που αναλαμβάνεται από τη Δημοκρατία», εξήγησε στην ετήσια έκθεσή της η Ελεγκτική Υπηρεσία.