Ο τραπεζικός τομέας όμως συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα
Τα σημεία της ανάκαμψης υποδηλούν ότι οι υποστηρικτικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές μπορούν να βοηθήσουν, έστω κι αν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλός
Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν σημεία που δικαιολογούν αισιοδοξία ότι η οικονομία της Ευρωζώνης επιστρέφει σε μιαν αξιόπιστη ανάκαμψη και παρουσιάζεται ένας δυναμισμός. Αυτό ήταν αποτέλεσμα και της χαλαρής νομισματικής πολιτικής που ακολουθεί η ΕΚΤ. Δυνάμει της πολιτικής αυτής η ΕΚΤ αγοράζει ομόλογα €80 δις τον μήνα και διατηρεί αρνητικό επιτόκιο -0,4% στις καταθέσεις των τραπεζών.
Εντούτοις, οι προκλήσεις παραμένουν λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας, κυρίως της Ιταλίας, των προβλημάτων που μπορεί να προέλθουν από το δημοψήφισμα για μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία τον Δεκέμβριο όπως και της πολιτικής αβεβαιότητας λόγω των εκλογών που θα διεξαχθούν στη
Γαλλία και τη Γερμανία το 2017.
Τι λένε τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, η οικονομία της Ευρωζώνης κατά το τρίτο τρίμηνο αυξήθηκε με ρυθμό 0,3% και επί ετήσιας βάσης κατά 1,6%. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε από το 0,4% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο στο 0,5% τον Οκτώβριο, αν και παραμένει αρκετά πιο κάτω του 2%, που είναι ο στόχος.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε με τον πιο υψηλό ρυθμό για πάνω από δυο χρόνια, αν και οι οικονομολόγοι συνεχίζουν να προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα επεκτείνει τη χαλαρή νομισματική της πολιτική. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην αύξηση του πληθωρισμού είχαν οι τιμές των υπηρεσιών που αυξήθηκαν κατά 1,1%.
Αναφέρεται ότι ο δομικός πληθωρισμός, τον οποίο δεν υπολογίζονται οι τιμές της ενέργειας των τροφίμων και των καπνικών προϊόντων, παρέμεινε αμετάβλητος στο 0,8%.
Τα σημεία
Τα σημεία της ανάκαμψης υποδηλούν ότι οι υποστηρικτικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές μπορούν να βοηθήσουν, έστω κι αν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλός. Η χαλαρή νομισματική πολιτική που ακολουθεί η ΕΚΤ με την αγορά ομολόγων €80 δις τον μήνα και τα αρνητικά επιτόκια φαίνεται ότι έχουν αυξήσει την εμπιστοσύνη αρκετά, ώστε να σημειωθεί ανάπτυξη.
Όπως υποστηρίζει όμως η ΕΚΤ, χρειάζεται μεγαλύτερη δράση από τη δημοσιονομική πολιτική για να δοθεί περισσότερη ώθηση στην ανάπτυξη, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Από το 2015 η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης έχει ελαφρώς μετακινηθεί από του να είναι περιοριστική στο να είναι ισορροπημένη και ακόμη ελαφρώς υποστηρικτική.
Βέβαια, η Ευρωζώνη δεν έχει ξεφύγει από τα χρόνια οικονομικά της προβλήματα, όπως είναι ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης, τα υψηλά χρέη και μια Τραπεζική Ένωση, που δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί. Θα πρέπει όμως να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική πολιτική και χώρες όπως είναι η Γερμανία να εισαγάγουν μια πιο χαλαρή και κατά συνέπειαν πιο αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική.
Απορρίπτει τις επικρίσεις ο Ντράγκι
Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, κ. Μάριο Ντράγκι, απέρριψε τις επικρίσεις ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική που εφαρμόζει η Τράπεζα για να στηρίξει την οικονομία έχει διευρύνει το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των πτωχών.
Σε ομιλία του στο Βερολίνο, ο κ. Ντράγκι δήλωσε ότι η ΕΚΤ έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική αποδίδει αφού οδηγεί στην αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, και κατά συνέπειαν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πράγμα που βοηθά τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις.
Παράλληλα, ο κ. Ντράγκι ανέφερε ότι ο τραπεζικός τομέας στην Ευρωζώνη έχει επεκταθεί περισσότερο σε σχέση με τις κεφαλαιαγορές και είναι πιο μικρές στην Ευρωζώνη παρά σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι οι κεφαλαιαγορές της Ευρωζώνης, στις οποίες οι εταιρείες μπορούν να προσφεύγουν για χρηματοδότηση με την έκδοση ομολόγων και μετοχών, είναι πιο μικρές παρά εκείνες στην Αμερική.
Κατά συνέπειαν, η μεγάλη εξάρτηση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες εντείνει τα προβλήματα κατά τη διάρκεια οικονομικών κρίσεων παρά σε χώρες που έχουν μεγάλες κεφαλαιαγορές.
Οι ισχυρισμοί της Πρωθυπουργού της Βρετανίας
Από την άλλη μεριά, όμως, η Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι, δήλωσε στο ετήσιο Συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος ότι αν και οι δανειολήπτες πληρώνουν πιο χαμηλά επιτόκια, οι αποταμιευτές κερδίζουν πιο χαμηλά επιτόκια και είναι
κάτι που πρέπει να εξεταστεί.
Επίσης, στη Γερμανία η ΕΚΤ βρίσκεται υπό κατηγορίαν από τους πολιτικούς για απώλεια εισοδημάτων από τους καταθέτες και για τη μειωμένη επικερδότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ αυξάνει την επιρροή των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων. Οι γερμανικές τράπεζες είναι από τους πιο μεγάλους επικριτές της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, ενώ οι Γερμανοί πολίτες διαμαρτύρονται για τα χαμηλά επιτόκια που επηρεάζουν δυσμενώς τις υψηλές καταθέσεις τους.
Χάνουν τα νοικοκυριά, κερδίζουν οι δανειολήπτες
Ο κ. Ντράγκι, όμως, αντέκρουσε τις επικρίσεις ότι οι αποταμιευτές είναι ζημιωμένοι από τα χαμηλά επιτόκια και δήλωσε ότι τα νοικοκυριά μπορεί να χάνουν από τα χαμηλά επιτόκια στις τραπεζικές καταθέσεις, αλλά οι δανειολήπτες κερδίζουν από τα πιο χαμηλά επιτόκια ιδίως για τα δάνεια τα οποία έχουν συνάψει για την αγορά κατοικίας.
Ειδικά, ο πρόεδρος της ΕΚΤ δήλωσε ότι μεταξύ του 2008 και του 2015 τα νοικοκυριά έχουν κερδίσει, αφού τα επιτόκια για τους δανειολήπτες μειώθηκαν περισσότερο παρά τα επιτόκια στις καταθέσεις.
Όσον αφορά την Κύπρο, αναφέρεται ότι οι τράπεζες της Κύπρου αντι μετωπίζουν προκλήσεις που οφείλονται στη χαμηλή κερδοφορία, στα υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα χαμηλά επιτόκια, αλλά και τις
ανανεώσεις της συλλογικής σύμβασης των εργαζομένων στο τέλος του 2016.
Απαιτούνται μεταρρυθμιστικά μέτρα
Σε ανακοίνωσή του το ΔΝΤ υποστηρίζει την άποψη της ΕΚΤ στη διαμάχη της με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης θα πρέπει να πάρουν μεταρρυθμιστικά μέτρα για να μειώσουν τους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα παρά να υποστηρίζουν ότι τα προβλήματά τους δημιουργούνται από τα χαμηλά επιτόκια. Όπως δήλωσε ο Peter Dattels, Αναπληρωτής Διευθυντής του νομισματικού και κεφαλαιουχικού τμήματος του ΔΝΤ, απλώς υπάρχουν πολλά παραρτήματα με πολύ λίγες καταθέσεις και πολλές τράπεζες με αυξημένα κόστη, πολύ πιο υψηλά σε σχέση με παρόμοιες τράπεζες σε άλλες αναπτυγμένες χώρες.
Η έκθεση του ΔΝΤ αναφέρει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται περισσότερη πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων χρεών. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν απορροφήσει σχεδόν όλα τα κόστη των αρνητικών επιτοκίων, αφού προτίμησαν να μη μεταβιβάσουν τα κόστη αυτά στους καταθέτες. Αλλά στην έκθεση του ΔΝΤ υποστηρίζεται ότι οι τράπεζες στην Ευρωζώνη θα παρέμεναν τρωτές έστω κι αν αυξάνονταν τα επιτόκια και έστω αν οι οικονομικές συνθήκες βελτιωθούν.
Τονίζεται ότι έστω κι αν τα επιτόκια αυξηθούν και παράλληλα σημειωθεί αύξηση στον ρυθμό ανάπτυξης οι τράπεζες δεν θα επιστρέψουν σε κανονική κερδοφορία. Έτσι το ΔΝΤ εισηγείται στις Ευρωπαϊκές Τράπεζες να μειώσουν τα κόστη τους με το να κλείσουν παραρτήματα και να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις.
Αναφέρεται όμως ότι ορισμένες τραπεζικές αγορές ήδη προωθούν τη μείωση της υπερβάλλουσας δυναμικότητας. Σχεδόν το 50% της μείωσης των τραπεζικών παραρτημάτων στην Ευρωζώνη μεταξύ του 2008 και 2014 έγιναν στην Ισπανία. Αλλά χρειάζονται και άλλα μέτρα. Για παράδειγμα, ένα σχέδιο εγγυήσεων των καταθέσεων που θα ισχύει σε όλη την Ευρωζώνη
θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγχωνεύσεις τραπεζών που εργάζονται σε διαφορετικές χώρες. Επίσης, μια δημοσιονομική τόνωση από τις κυβερνήσεις θα μείωνε την πιθανότητα η ΕΚΤ να διατηρεί πολύ χαμηλά επιτόκια.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited, τηλ. 26943050, ηλεκ. διευθ. [email protected].
Υ.Γ.: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ' ανάγκην τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG.




