Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Το δικαίωμα ιδιοκτησίας καταθέσεων δεν είναι απόλυτο
«Καθοδήγηση για τα κυπριακά δικαστήρια, και όχι προηγούμενο, αποτελεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου», δηλώνει ο νομικός Νίκος Παυλίδης


«Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να απορρίψει τις προσφυγές πολιτών και επιχειρήσεων κατά ευρωπαϊκών οργάνων για το κούρεμα καταθέσεων του 2013, επικυρώνοντας προηγούμενη απόφασή του και δεχόμενο το σκεπτικό της Κομισιόν στην υπόθεση, αποτελεί μεν καταληκτική απόφαση αναφορικά με την ερμηνεία της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά δεν δημιουργεί δεσμευτικό προηγούμενο για τα κυπριακά δικαστήρια, τα οποία λειτουργούν με βάση το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ερμηνεύουν την κυπριακή νομοθεσία.

Παρά ταύτα, η απόφαση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καθοδηγητική από τα κυπριακά δικαστήρια αναφορικά με το επιτρεπτό της επέμβασης στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας καταθέσεων. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το δικαίωμα ιδιοκτησίας καταθέσεων δεν είναι απόλυτο, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να περιοριστεί, ή να υπαχθεί σε αναγκαία μέτρα που προάγουν το δημόσιο συμφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, τα μέτρα δικαιολογούνταν από τις ειδικές περιστάσεις και κινδύνους στους οποίους βρέθηκε το κυπριακό τραπεζικό σύστημα και η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης».

Το πιο πάνω σχόλιο ανήκει στον νομικό με ειδίκευση στο χρηματοοικονομικό δίκαιο Νίκο Παυλίδη, ο οποίος προέβη σε ερμηνεία, μετά από παράκλησή μας, της χθεσινής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το οποίο, όπως είναι γνωστό, απέρριψε προσφυγές Κυπρίων αιτητών για το κούρεμα των καταθέσεών τους.

Η απόφαση
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Κομισιόν «δεν συνέβαλε σε προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας των καταθέσεων των προσφυγόντων, όπως αυτό κατοχυρώνεται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ» - όπως ακριβώς είχε κρίνει και στην πρώτη του απόφαση, αυτή της απόρριψης προσφυγών στις 16 Οκτωβρίου του 2014 και στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.

Τότε το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αφενός ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτό πως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), δηλαδή ο χρηματοδότης του κυπριακού προγράμματος, είναι «θεσμικό όργανο» της ΕΕ, και αφετέρου πως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η δήλωση του Εurogroup της 25ης Μαρτίου 2013 αποτελεί διοικητική πράξη της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ούτε ότι παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Κοινώς οι ενάγοντες είχαν στραφεί κατά των λάθος φορέων. Παρ' όλα αυτά προσέφυγαν και πάλι κατά των δύο αποφάσεων (της 16ης/10 και 10ης/11/2014).

Ως εκ τούτου, με τις χθεσινές αποφάσεις του το Δικαστήριο επικυρώνει τις διατάξεις της 16ης Οκτωβρίου 2014 επί των προσφυγών ακυρώσεως κατά της δήλωσης του Γιούρογκρουπ, της 25ης Μαρτίου 2013. Αντιθέτως, αναιρεί τις διατάξεις της 10ης Νοεμβρίου 2014 επί των αγωγών αποζημιώσεως, ενώ, συγχρόνως, απορρίπτει, επί της ουσίας, τις εν λόγω αγωγές.

«Πλάνη περί το δίκαιο»
Σε σχέση με το τμήμα της απόφασης της 10ης Νοεμβρίου που τροποποιείται, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε «σε πλάνη περί το δίκαιο», όταν έκρινε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί των αγωγών αποζημιώσεως που στηρίζονται στον παράνομο χαρακτήρα ορισμένων διατάξεων του μνημονίου κατανόησης. Αντιθέτως, κρίνει πως έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί για τις αποζημιώσεις, τις οποίες και τελικά απορρίπτει.

Δεν συνιστούν υπέρμετρη παρέμβαση
Στην πράξη το Δικαστήριο αποφάσισε πως ο κίνδυνος από το «μη κούρεμα» για το δημόσιο συμφέρον θα ήταν ακόμη μεγαλύτερος και παρέθεσε το εξής σκεπτικό:

«Η υπογραφή του επίμαχου μνημονίου κατανόησης ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και της φύσεως των υπό εξέταση μέτρων, καθώς και του άμεσου κινδύνου οικονομικής ζημιάς, τον οποίο θα διέτρεχαν οι καταθέτες των οικείων τραπεζών σε περίπτωση πτωχεύσεως αυτών, τα εν λόγω μέτρα δεν συνιστούν υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των καταθετών, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως αδικαιολόγητοι περιορισμοί του εν λόγω δικαιώματος».

Τα τρία κριτήρια
Σχολιάζοντας την απόφαση ο οικονομολόγος Νίκος Παυλίδης είπε πως με αυτήν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έθεσε ουσιαστικά τέρμα στις διεκδικήσεις Κυπρίων πολιτών και επιχειρήσεων κατά των ευρωπαϊκών οργάνων και μηχανισμών, σε σχέση με απώλειες λόγω του κουρέματος καταθέσεων.

«Πέρα από θέματα διαδικασίας, ανέφερε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέτασε και την ουσία των μέτρων του κουρέματος καταθέσεων του Μαρτίου 2013, και κατά πόσον τα μέτρα αυτά ήταν δυσανάλογα σε σχέση με τους σκοπούς τους οποίους στόχευαν να διασφαλίσουν. Ειδικά σε σχέση με την ευθύνη των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης -στην προκειμένη περίπτωση-, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτή για να θεμελιωθεί πρέπει να πληρείται σωρευτικά αριθμός κριτηρίων:

»Πρώτον: Να αποδειχθεί το παράνομο της πράξης του ευρωπαϊκού οργάνου,
»Δεύτερον: Να αποδειχθεί το γεγονός της ζημιάς και,
«Τρίτον: Να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του παράνομου της πράξης και της ζημιάς που κάποιος υπέστη».

Μεταξύ των δύο κακών
Όπως είπε στην εφημερίδα μας ο κ. Παυλίδης, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο οι ενέργειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με το μνημόνιο συναντίληψης δεν ήταν παράνομες.

«Το Δικαστήριο, πρόσθεσε, ουσιαστικά προέβη σε σύγκριση της ζημιάς που υπέστησαν οι καταθέτες, με τη ζημιά που θα είχαν υποστεί οι καταθέτες αλλά και τον κίνδυνο στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της, εάν το μνημόνιο συναντίληψης δεν είχε υπογραφεί. Μεταξύ δύο ‘κακών’, το λιγότερο ‘κακό’ ήταν η υπογραφή του μνημονίου συναντίληψης.

Επομένως, σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, το δικαίωμα ιδιοκτησίας καταθέσεων δεν είναι απόλυτο, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να περιοριστεί, ή να υπαχθεί σε αναγκαία μέτρα που προάγουν το δημόσιο συμφέρον, και στην προκειμένη περίπτωση, τα μέτρα δικαιολογούνται από τις ειδικές περιστάσεις που βρέθηκε το τραπεζικό σύστημα».

Καθοδήγηση και όχι προηγούμενο
Σε ερώτησή μας αν το σκεπτικό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο, ο Ν. Παυλίδης εξήγησε ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει καθοδήγηση για τα κυπριακά δικαστήρια, τα οποία εξετάζουν θέματα αντισυνταγματικότητας της περί εξυγίανσης νομοθεσίας και των αποφάσεων και μέτρων που ελήφθησαν σε αυτό το πλαίσιο.

Δύο προσφυγές από εκατόν αιτητές
Την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ζητήσαμε να σχολιάσει και ο νομικός Κύπρος Χρυσοστομίδης, ο οποίος εκπροσωπεί δεκάδες κουρεμένους καταθέτες, οι οποίοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη ζητώντας αποζημιώσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ο κ. Χρυσοστομίδης απέφυγε να σχολιάσει την ουσία της απόφασης και περιορίσθηκε να πει ότι δύο προσφυγές που αφορούν σε απαιτήσεις εκατόν αιτητών βρίσκονται ενώπιον δικαστηρίων στην Κύπρο.

Ο ΣΥΚΑΛΑ δεν έχει σχέση
Χθες εξάλλου ο Σύνδεσμος Καταθετών Λαϊκής Τράπεζας (ΣΥΚΑΛΑ) με ανακοίνωσή του ανέφερε ότι «δεν έχει καμιά σχέση με τις νομικές υποθέσεις που κατατέθηκαν και εκδικάστηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για τις αποφάσεις του Μαρτίου 2013».Ο ΣΥΚΑΛΑ σημειώνει ότι «εδώ και καιρό, βρίσκεται σε επαφή με νομικούς συμβούλους εντός και εκτός Κύπρου και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε νομική διαδικασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν αποφασισθεί τέτοια κίνηση, θα ανακοινωθεί».