Στην απόφαση ότι εργαζόμενος ο οποίος τερματίζει ο ίδιος τη σύμβασή του με συγκεκριμένο εργοδότη δικαιούται χρηματική αποζημίωση, για τις μέρες άδειας τις οποίες δεν έχει πάρει από τον εργοδότη, κατέληξε χθες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Η απόφαση ισχύει για τις περιπτώσεις στις οποίες ο εργαζόμενος δεν μπόρεσε να εξαντλήσει ολόκληρη ή μέρος της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και, εν τω μεταξύ, αποφάσισε ο ίδιος να αποχωρήσει από την επιχείρηση. Το Δικαστήριο βασίστηκε, όπως υπενθύμισε, στη νομολογία του, βάσει της οποίας ο εργαζόμενος δικαιούται, κατά τη συνταξιοδότησή του, χρηματική αποζημίωση, εφόσον δεν μπόρεσε να εξαντλήσει την ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, επεκτείνοντάς την στην εκούσια αποχώρηση.
Το Δικαστήριο ακόμη απεφάνθη ότι το δικαίωμα σε ετήσια άδεια έχει διττό σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας να αναπληρώσει τις δυνάμεις του σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία έχει αναλάβει στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας του και να έχει στη διάθεσή του ένα χρονικό διάστημα χαλαρώσεως και ψυχαγωγίας.
Η απόφαση ελήφθη έπειτα από προσφυγή του Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό δικαστήριο Βιένης) για διευκρίνηση στην υπόθεση του H. Maschek, ο οποίος ζήτησε από τον εργοδότη του την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, υποστηρίζοντας ότι είχε ασθενήσει εκ νέου λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του. Ο εργοδότης του απέρριψε το αίτημα, διότι, κατά τον κανονισμό περί μισθολογικού καθεστώτος του Δήμου Βιένης, εργαζόμενος ο οποίος, οικεία βουλήσει, λύει τη σχέση εργασίας του -ιδίως επειδή ζητεί να συνταξιοδοτηθεί- δεν δικαιούται τέτοια αποζημίωση.




