Ιδιαίτερα διαφωνούν η Γερμανία και η Ολλανδία
Στην προσπάθειά της για αύξηση της ζήτησης και κατά συνέπεια αύξηση της ανάπτυξης, η ΕΚΤ εισήγαγε νομισματική χαλάρωση με την αγορά κυβερνητικών ομολόγων ύψους €60 δις τον μήνα, ποσό που πρόσφατα αυξήθηκε στα €80 δις τον μήνα
Η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει τώρα χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης και χαμηλό ρυθμό πληθωρισμού, που συνήθως είναι γύρω στο μηδέν ή και αρνητικός. Για να αυξηθεί τόσο η ανάπτυξη όσο και ο πληθωρισμός είναι ανάγκη να υπάρχει αυξημένη ζήτηση είτε καταναλωτική, είτε επενδυτική, είτε λόγω εξαγωγών. Η δημοσιονομική πολιτική όμως της Ευρωζώνης είναι περιοριστική, και συνεπώς η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να δώσει ώθηση στη ζήτηση.
Στην προσπάθειά της για αύξηση της ζήτησης και κατά συνέπεια αύξηση της ανάπτυξης, η ΕΚΤ εισήγαγε νομισματική χαλάρωση, με την αγορά κυβερνητικών ομολόγων ύψους €60 δις τον μήνα, ποσό που πρόσφατα αυξήθηκε στα €80 δις τον μήνα.
Η πολιτική αυτή όμως δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, τουλάχιστον σε ικανοποιητικό βαθμό, και έτσι εισήχθη η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων, δηλαδή τα επιτόκια τα οποία η ΕΚΤ καταβάλλει στα αποθέματα των τραπεζών που κατατίθενται σ' αυτήν. Προς το παρόν το αρνητικό αυτό επιτόκιο είναι 0,4%.
Στόχος είναι οι τράπεζες να μην καταθέτουν τα αποθέματά τους στην ΕΚΤ, αλλά να τα δανείζουν για επενδυτικούς και καταναλωτικούς σκοπούς με χαμηλά επιτόκια.
Οι υψηλότερες αποταμιεύσεις
Οι χώρες όπου οι κάτοικοι αποταμιεύουν υψηλά ποσοστά του εισοδήματός τους σαν ποσοστό του ΑΕΠ είναι η Γερμανία και η Ολλανδία, με 17% του ΑΕΠ για τη Γερμανία και 14% για την Ολλανδία σε σχέση με 11% για την Ιταλία και 9% για την Ισπανία. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές χώρες επηρεάζονται δυσμενώς από τα χαμηλά επιτόκια, που είναι αποτέλεσμα των αρνητικών επιτοκίων που καταβάλλει η ΕΚΤ.
Κάποιοι πολιτικοί και των δύο αυτών χωρών θεωρούν ότι η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων τιμωρεί τους Ευρωπαίους αποταμιευτές, προσφέροντας βοήθεια στις νότιες χώρες, που οι κυβερνήσεις τους δανείζονται. Αναφέρεται δε ότι τόσο η Γερμανία όσο και η Ολλανδία συνήθως υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι κατά τη δεκαετία του 1990 η Γερμανία παρεμπόδισε την προσπάθεια της Γαλλίας για να περιληφθεί στο καταστατικό της ΕΚΤ ότι οι πολιτικοί πρέπει να έχουν λόγο στη νομισματική πολιτική τής υπό σύσταση ΕΚΤ.
Τώρα όμως οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί πολιτικοί πιέζουν τον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι να τερματίσει την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων. Ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, κατηγορεί τον πρόεδρο Ντράγκι ότι έχει δημιουργήσει προβλήματα στον χρηματοοικονομικό τομέα της χώρας και παράλληλα κατηγορεί την ΕΚΤ ότι ευθύνεται εν μέρει για την άνοδο του εθνικιστικού και ευρωσκεπτικιστικού κόμματος Alternative κατά τις τελευταίες δημοτικές εκλογές.
Απάντηση στις επικρίσεις
Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι απάντησε στις επικρίσεις για τη χαλαρή νομισματική πολιτική και τα αρνητικά επιτόκια, τόνισε ότι η Τράπεζα δεν παίρνει οδηγίες από τους πολιτικούς και προειδοποίησε ότι η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ θα υποσκάψει την εμπιστοσύνη στην ανάκαμψη της Ευρωζώνης. Ο κ. Ντράγκι τόνισε ότι η ΕΚΤ έχει εντολή να διατηρήσει τον ρυθμό πληθωρισμού στην Ευρωζώνη γύρω στο 2%.
Αλλά, προς το παρόν, τα επιτόκια είναι μηδενικά και κατά περιόδους αρνητικά. Τον περασμένο Απρίλιο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν 0,2% αρνητικός. Στην Κύπρο ο ρυθμός πληθωρισμού ήταν αρνητικός της τάξης του 2,1%, ενώ στην Ελλάδα ήταν αρνητικός της τάξης του 0,4%.
Οι πράξεις της Τράπεζας
Ενώ η ΕΚΤ πράττει οτιδήποτε είναι δυνατόν με χαλαρή νομισματική πολιτική να επιταχύνει την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης όσο και του ρυθμού πληθωρισμού, αντίθετα, η πολιτική λιτότητας που υποστηρίζεται από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας επηρεάζει δυσμενώς τις εξελίξεις στην ανάπτυξη.
Πολλές φορές ο κ. Ντράγκι έχει δηλώσει ότι η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να επιταχύνει τον ρυθμό πληθωρισμού και την οικονομική ανάκαμψη και ότι οι χώρες με πλεονάσματα θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν και τη δημοσιονομική πολιτική κατά κύριο λόγο με την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής, πράγμα που θα βελτίωνε την οικονομική ανάκαμψη και θα αύξανε τον πληθωρισμό.
Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε αχρείαστα τα αρνητικά επιτόκια. Η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων έχει επηρεάσει τους αποταμιευτές στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπως επίσης και τις πιο μικρές τράπεζες της Γερμανίας, που βασίζονται σημαντικά στα έσοδα από τους τόκους για τα κέρδη τους. Επίσης και οι γερμανικές ασφαλιστικές εταιρείες, που εγγυώνται κατώτατη απόδοση στις επενδύσεις, έχουν επηρεαστεί δυσμενώς.
Ο κ. Ντράγκι απαντά ότι είναι το επιχειρηματικό μοντέλο και το ρυθμιστικό περιβάλλον της Γερμανίας και της Ολλανδίας που είναι οι κυρίες αιτίες των προβλημάτων τους. Ο κ. Ντράγκι τόνισε ότι χωρίς τη χαλαρή νομισματική πολιτική που εισήχθη από το 2014 η Ευρωζώνη θα αντιμετώπιζε αρνητικό πληθωρισμό, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης θα ήταν σημαντικά πιο κάτω.
Τα χαμηλά επιτόκια είναι επακόλουθο του χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης και του χαμηλού πληθωρισμού, ενώ αποτελούν και αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε ανάκαμψη.
Πού οδηγούν οι πολιτικές αυτές
Κατά τον πρώτο χρόνο της πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης οι ευρωπαϊκές τράπεζες αύξησαν τα κέρδη τους, αφού υπήρχαν περισσότερες καταθέσεις. Αλλά η πολιτική αυτή παραβλάπτει τις γερμανικές μικρές τράπεζες, τα ταμεία συντάξεων των ασφαλιστικών εταιρειών που διά νόμου υποχρεώνονται να εγγυώνται ένα καθορισμένο ποσοστό απόδοσης.
Βέβαια, η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί η ΕΚΤ να υιοθετήσει μια πολιτική που να ευνοεί μια ή δύο χώρες και να μην προωθήσει το συμφέρον της Ευρωζώνης ως συνόλου. Και ούτε έχει στόχο να εγγυάται την απόδοση των αποταμιευτών, αλλά να επιτύχει τον στόχο του 2% του πληθωρισμού, όπως και την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης.
Στο μεταξύ η ΕΚΤ αντιμετωπίζει επικρίσεις και από το οικονομικό και επιχειρηματικό κατεστημένο στη Γερμανία σχετικά με την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης. Αναφέρεται ότι ομάδα ακαδημαϊκών και επιχειρηματιών έχουν προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο σχετικά με το θέμα αυτό.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως, στο οποίο υπέβαλε το θέμα το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, αποφάσισε υπέρ της ΕΚΤ.
Απώλεια εσόδων στην Ευρώπη
Οι υψηλές αποταμιεύσεις στη Γερμανία και την Ολλανδία ήταν προς όφελος των αποταμιευτών όταν τα επιτόκια ήταν υψηλά. Αλλά κατά τα τελευταία χρόνια, που τα επιτόκια έχουν μειωθεί σχεδόν σε μηδενικό επίπεδο, οι αποταμιευτές της Ευρώπης αντιμετωπίζουν απώλεια εσόδων.
Οι επικριτές κατηγορούν την ΕΚΤ ότι μεταβιβάζει πλούτο από τους βόρειους αποταμιευτές στους νότιους δανειζόμενους. Αυτό όμως είναι αποτέλεσμα και των συνηθειών των κατοίκων των χωρών αυτών. Για παράδειγμα, τα 4/5 του πλούτου των νοικοκυριών στη Γερμανία βρίσκονται σε τραπεζικές καταθέσεις, ασφαλιστικές εταιρείες ζωής ή ταμεία συντάξεων, που η απόδοσή τους βασίζεται στα επιτόκια.
Αντίθετα, οι συνήθειες αποταμίευσης στις νότιες χώρες της Ευρωζώνης είναι διαφορετικές. Για παράδειγμα, στην Ιταλία και στην Ισπανία τα ταμεία συντάξεων και ασφάλειες ζωής αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1/5 του πλούτου των νοικοκυριών. Παράλληλα, στις νότιες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, η πιθανότητα είναι ότι ο κόσμος κατοικεί στα σπίτια του σε μεγαλύτερο βαθμό παρά οι Γερμανοί.
Υ.Γ.
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited, [email protected]




