Μεταρρυθμιστική κόπωση διαπιστώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο
Σημαντική μεταρρυθμιστική κόπωση διαπιστώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΔΣ) στην εαρινή του έκθεση (Μάιος 2016), με τον Πρόεδρό του Δημήτρη Γεωργιάδη να τονίζει πως «από τη στιγμή που φαίνεται να έχουμε κάποια αποτελέσματα, θα έπρεπε, αντί κόπωσης, να υπάρχει μεγαλύτερη προσπάθεια να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις».

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, η έξοδος από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) και η προεκλογική περίοδος αποτελούν, σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, τους βασικότερους παράγοντες που συντελούν στην πιο πάνω αρνητική εξέλιξη, εκφράζοντας την ελπίδα αυτό να οφείλεται στην προεκλογική περίοδο και ότι μετά τις εκλογές θα επανέλθουμε στους ίδιους και εντονότερους ρυθμούς.

Τα θετικά και τα αρνητικά
Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι τα θετικά είναι πως έχουν επιτευχθεί οι δημοσιονομικοί στόχοι, αρκετοί από τους οποίους με μεγάλο περιθώριο, ενώ τα ανώτατα όρια που έχουν τεθεί στον προϋπολογισμό του 2017 είναι εντός των κανόνων του εθνικού και του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου.

Ωστόσο, ο κ. Γεωργιάδης τόνισε ότι «οι κίνδυνοι παραμένουν» και προέρχονται από μια ενδεχόμενη αύξηση στο κόστος δανεισμού τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, που θα προέλθει από εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες, σημειώνοντας ότι ήδη καταγράφεται αύξηση στις αποδόσεις των κυπριακών κρατικών ομολόγων.

«Είναι υποχρέωσή μας να λέμε τους κινδύνους, ούτως ώστε όταν κάποιος παίρνει την απόφαση στη Βουλή ή στην Κυβέρνηση, να μπορεί να ζυγίζει σωστά τα πράγματα και να αποφασίζει», ανέφερε.

Η αξιοπιστία του συστήματος
Αναφορικά με τα τελευταία νομοσχέδια που ψήφισε η Βουλή σε σχέση με τις τράπεζες και δημοσιεύματα για ενδιαφέρον εξαγοράς κάποιων θυγατρικών ελληνικών τραπεζών στην Κύπρο από ξένους επενδυτές, ο Πρόεδρος του ΔΣ είπε ότι ένας επενδυτής που θέλει να εξαγοράσει αυτές τις τράπεζες σκέφτεται, αν σε λίγα χρόνια θα έχουμε ένα νέο νόμο, που θα του επιβάλει ένα κόστος.

«Είναι θέμα αξιοπιστίας του συστήματός μας. Πρέπει να σκεφτούμε ότι κάποιοι θέλουν να επενδύσουν και θέλουν τη μεγαλύτερη δυνατή σιγουριά», ανέφερε.
Παραθέτοντας επιπλέον κινδύνους, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι κίνδυνο αποτελεί επίσης η καθυστέρηση και αναποτελεσματικότητα στις μεταρρυθμίσεις, ειδικότερα όταν αυτές προέρχονται μέσω της ψήφισης νομοσχεδίων.

«Πέραν του ότι εμποδίζουν τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της οικονομίας, δημιουργούν αβεβαιότητα και έλλειψη αξιοπιστίας -τόνισε- επιδεινώνουν το κλίμα ανασφάλειας και καθιστούν την Κύπρο λιγότερο ελκυστική ως επενδυτικό προορισμό, τόσο για εγχώριους όσο και ξένους επενδυτές. Αντιλαμβάνομαι τη θέση των πολιτικών ότι πρέπει να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις για να περάσουν κάποια μέτρα, από την άλλη όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να μην προκαλούμε ζημιές».

Ο κ. Γεωργιάδης έφερε ως παράδειγμα το γεγονός ότι «ενώ συμφωνήσαμε όλοι ότι το σύστημα διορισμού και προαγωγών στην παιδεία δεν είναι σωστό, την ίδια ώρα δεσμευόμαστε ότι θα συνεχίσουμε να διορίζουμε για τα επόμενα χρόνια με αυτόν τον τρόπο. «Είναι ως να λέμε ότι καθυστερούμε τη μεταρρύθμιση», τόνισε.

Οι επιπρόσθετοι κίνδυνοι
Ως επιπρόσθετους κινδύνους, ο Πρόεδρος του ΔΣ ανέφερε τον μη εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για το συνταξιοδοτικό σύστημα, την αναβολή στον εκσυγχρονισμό του Δημοσίου και παράταση λανθασμένων πρακτικών, τη μη τήρηση των δεσμεύσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής (κίνδυνος παθητικής ιδιωτικοποίησης της CYTA), το ανησυχητικά υψηλό επίπεδο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, τον αυξημένο κίνδυνο χρηματοδότησης λόγω της εξόδου της Κύπρου από το ΠΟΠ, τις εξωγενείς προκλήσεις και κινδύνους (Ελλάδα, Brexit, Μέση Ανατολή, Ρωσία κ.α.), τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, και τις προκλήσεις από μια ενδεχόμενη λύση του κυπριακού προβλήματος μέσω της συμπερίληψης προνοιών που θα δυσχεραίνουν την αποτελεσματικότητα της οικονομίας και της άσκησης συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.

Ο κ. Γεωργιάδης τόνισε ότι η δημοσιονομική και οικονομική σταθερότητα παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες, λόγω του υψηλού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που υπερβαίνουν το 400% του ΑΕΠ και υπογράμμισε πως «η αντιμετώπιση όλων των κινδύνων, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων όπως και η αποφυγή ενεργειών που ενδεχομένως να επηρεάσουν αρνητικά την αξιοπιστία της οικονομίας, θα πρέπει να αποτελούν βασικό πυλώνα κατά τη λήψη των αποφάσεων».

Η ιδιωτικοποίηση CYTA και σύγκριση με ΚΑ
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης αναφέρθηκε και στην ιδιωτικοποίηση της Cyta και μίλησε για «παθητική ιδιωτικοποίηση».
«Η CYTA -ανέφερε- αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του κράτους και παράλληλα η ιδιωτικοποίησή της αποτελούσε μέρος των δεσμεύσεων της Κύπρου, όπως αυτές καταγράφονταν στο ΠΟΠ. Οι ιδιωτικοποιήσεις συμπεριλαμβάνονταν ανάμεσα στα μέτρα που αποσκοπούσαν στη μεταρρύθμιση και στον εκσυγχρονισμό της κυπριακής οικονομίας, στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, όπως και στην άντληση πόρων για τη μείωση του δημόσιου χρέους.

»Ενώ λέμε -συνέχισε- ότι θα εκσυγχρονίσουμε τη Cyta κάθε λίγα χρόνια ή τις Κυπριακές Αερογραμμές, για τις οποίες καταρτίσαμε πολλά σχέδια διάσωσης, στο τέλος καταλήγουμε να μένει στον φορολογούμενο όλο το κόστος και το όφελος να πηγαίνει όλο στον ιδιώτη. Στην περίπτωση των Κυπριακών Αερογραμμών αυτό έγινε, καθώς οι ιδιωτικές εταιρείες έχουν πάρει όλο το μερίδιο αγοράς των ΚΑ, χωρίς να εισπράξει τίποτε το κράτος και δεν θέλουμε να επαναληφθεί αυτό και με τη Cyta».

Αύξηση του κόστους δανεισμού
Ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι τους τελευταίους τρεις μήνες έχει αυξηθεί το κόστος δανεισμού τόσο για την Κύπρο όσο και για την Ελλάδα, προσθέτοντας ότι την ίδια περίοδο δεν έχει καταγραφεί ανάλογη άνοδος στην απόδοση των ομολόγων άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης, με το κόστος δανεισμού των κρατών Μάλτα, Ιρλανδίας, Ιταλίας και Ισπανίας να μειώνεται.

Ανέφερε ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες γι’ αυτό, και για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Εξήγησε ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού για την Κύπρο οφείλεται στο ότι υπάρχει η μεταρρυθμιστική κόπωση, στο γεγονός της εξόδου της χώρας από το μνημόνιο και στο ότι τα κυπριακά ομόλογα παραμένουν στη μη επενδυτική βαθμίδα.

Λόγος για χαλάρωση λόγω δαπανών
Στη συνέντευξη μίλησε και ο λειτουργός του Συμβουλίου Δαμιανός Δαμιανού, που είπε ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών, «για το 2017 θα υπάρχει μια αύξηση δαπανών ελαφρώς υψηλότερη από αυτήν των εσόδων και συνεπώς το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο, αν και θα είναι θετικό, θα είναι ελαφρά μειωμένο σε σχέση με το 2016».

Αναφορικά με όσα είχαν συμπεριληφθεί στο περυσινό Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο για το δημοσιονομικό ισοζύγιο του 2017 σε σχέση με το σημερινό σχέδιο στρατηγικής, ο κ. Δαμιανού είπε ότι «υπάρχει μια αρνητική απόκλιση», καθώς στο περυσινό πλαίσιο «υπήρχε μια πρόβλεψη για καλύτερα έσοδα, ενώ οι δαπάνες έμεναν οι ίδιες» και εξέφρασε την ανησυχία του ΔΣ «γι' αυτήν τη χαλάρωση».