Οι κυριότερες τράπεζες της Ευρώπης όμως διαμαρτύρονται
Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν σε τραπεζίτες, αλλά και δανειολήπτες
Η ΕΚΤ κατά τους τελευταίους μήνες συζητούσε την περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής ενόψει του πολύ χαμηλού πληθωρισμού, της οριακής οικονομικής ανάκαμψης και των δυσμενών εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία. Για παράδειγμα, μια ανησυχητική εξέλιξη είναι ότι ο ΟΟΣΑ μείωσε την πρόβλεψη του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας στο 3,3% από 3%. Αναφέρεται ότι κατά τον περασμένο Φεβρουάριο ο ρυθμός πληθωρισμού στην Ευρωζώνη ήταν αρνητικός, στο 0,2% σε ετήσια βάση. Οι οικονομολόγοι ανέμεναν μηδενική αύξηση μετά από ρυθμό πληθωρισμού 0,3% τον Ιανουάριο. Η ανάκαμψη της Ευρωζώνης κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει υποτονική, ενόψει και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία.
Αναφέρεται δε ότι η ΕΚΤ δεν αναμένει ότι η δημοσιονομική πολιτική ή οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης θα έχουν καταλυτική επίδραση στην καταπολέμηση του αρνητικού πληθωρισμού και της χαλαρής οικονομικής ανάκαμψης. Και τούτο γιατί ότι ορισμένες κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πολιτικά προβλήματα, ενώ άλλες αντιμετωπίζουν τα οικονομικά βάρη του προσφυγικού προβλήματος. Η πτώση στις τιμές της ενέργειας επηρέασε περισσότερο απ' ό,τι ανεμένετο τον ρυθμό πληθωρισμού, αφού το μεγαλύτερο ποσοστό πτώσης του ρυθμού πληθωρισμού ήταν αποτέλεσμα της μείωσης των πετρελαϊκών τιμών που μειώθηκαν πάνω από 40% κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Ένας λόγος γιατί η ΕΚΤ δεν εισήγαγε πιο χαλαρή νομισματική πολιτική τον περασμένο Ιανουάριο είναι ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Μάριο Ντράγκι ήθελε να έχει περισσότερες πληροφορίες, σχετικά με τον βαθμό που οι χαμηλές τιμές πετρελαίου επηρεάζουν τον ρυθμό πληθωρισμού.
Το αποτέλεσμα
Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών, στις 10 του περασμένου Μαρτίου η ΕΚΤ μείωσε τα επιτόκια καταθέσεων, δηλαδή καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ στο αρνητικό -0,4% από το αρνητικό -0,3%, δηλαδή για τις καταθέσεις τους στην ΕΚΤ οι τράπεζες πληρώνουν 0,4%. Επίσης, η ΕΚΤ αύξησε το ποσό των ομολόγων που αγοράζει κάθε μήνα λόγω ποσοτικής χαλάρωσης από €60 στα €80 δις, ένα ποσό μεγαλύτερο απ' ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές. Παράλληλα, επεξέτεινε το είδος των ομολόγων το οποίο θα αγοράζει, έτσι που να περιλαμβάνει και υψηλής ποιότητας εταιρικά ομόλογα.
Στόχος βέβαια είναι να δώσει ώθηση στην οικονομία της Ευρωζώνης με την επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης και περισσότερα κίνητρα στις τράπεζες να αυξήσουν τα δάνειά τους στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όπως και να μειώσουν τα επιτόκιά τους. Παράλληλα, ο κ. Μάριο Ντραγκι δήλωσε ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλά για μεγαλύτερη περίοδο. Τόνισε όμως ότι συμμερίζεται την ανησυχία των τραπεζών, ότι τα αρνητικά επιτόκια είναι δυνατόν να επηρεάσουν τα τραπεζικά ιδρύματα και δήλωσε ότι δεν προβλέπει περαιτέρω μείωση των επιτοκίων σε αρνητικό επίπεδο.
Θορυβήθηκαν οι τράπεζες
Οι εμπορικές τράπεζες όμως έχουν θορυβηθεί από τα δυσμενή αποτελέσματα στα κέρδη τους σαν αποτέλεσμα των αρνητικών επιτοκίων, το κόστος των οποίων δεν επιθυμούν να μεταφέρουν στους πελάτες τους, δανειολήπτες και καταθέτες. Αν οι τράπεζες μεταβιβάσουν το κόστος στους δανειολήπτες, τότε το μέτρο αύξησης σε μεγαλύτερο βαθμό του αρνητικού επιτοκίου θα επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, πράγμα που στην πραγματικότητα αποδυναμώνει το μέτρο αυτό, το οποίο λήφθηκε για να αποτελέσει μοχλό ώθησης της οικονομίας της Ευρωζώνης. Όπως αναφέρουν εκτελεστικοί διευθυντές των κυριότερων τραπεζών της Ευρωζώνης, το μέτρο για τα αρνητικά επιτόκια θα επηρεάσει αρνητικά τις τράπεζες και το μεγαλύτερο κόστος θα το αντιμετωπίσουν εκείνες οι τράπεζες που έχουν λιγότερη πιθανότητα να το απορροφήσουν.
Από την άλλη μεριά, αν το κόστος μεταβιβαστεί στους καταθέτες και τους δανειολήπτες, το μέτρο αυτό από την ΕΚΤ δεν θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Οι τράπεζες φοβούνται επίσης ότι τα αρνητικά επιτόκια μειώνουν την επικερδότητα των τραπεζών και δημιουργούν τον κίνδυνο μιας νέας χρηματοοικονομικής κρίσης, αφού υποχρεώνουν τους δανειστές να διενεργούν περισσότερα δάνεια με μεγαλύτερο ρίσκο. Η κ. Daniele Nouy, επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού του τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης, αντέδρασε στις επιφυλάξεις των τραπεζών ότι τα αρνητικά επιτόκια βλάπτουν την επικερδότητά τους και υποστήριξε ότι θα πρέπει οι τράπεζες να εισαγάγουν μέτρα για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, για παράδειγμα να επενδύουν περισσότερο στην τεχνολογία.
Σχέδιο για αποζημιώσεις
Η ΕΚΤ όμως, για να αποζημιώσει τις τράπεζες για την επιβολή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις τους, εισήγαγε σχέδιο δυνάμει του οποίου οι τράπεζες που αυξάνουν τα δάνειά τους πάνω από ορισμένο στόχο θα πληρώνονται μέχρι και 0,4% για να δανείζονται από την ΕΚΤ. Το ακριβές επιτόκιο θα εξαρτάται στον βαθμό που οι τράπεζες προσφέρουν τα δάνειά τους σε διαφορετικούς τομείς. Αναφέρεται όμως ότι παρόμοιο σχέδιο που εισήχθη το 2014 δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Τα τραπεζικά δάνεια στις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη τον Ιανουάριο του 2016 βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με εκείνο του Σεπτεμβρίου του 2014, όταν εισήχθη το σχέδιο. Οι τράπεζες που δανείστηκαν με βάση το σχέδιο αυτό αύξησαν τα δάνειά τους αλλά κυρίως στις χώρες που ήδη υπήρχε υψηλή δανειστική δραστηριότητα, όπως τη Γερμανία και τη Γαλλία. Τώρα όμως το νέο σχέδιο είναι βελτιωμένο.
Ενώ με βάση σχεδίου του 2014 το δάνειο έπρεπε να αποπληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, άσχετα από την ημερομηνία της έκδοσής του, με βάση το νέο σχέδιο θα διαρκέσει για τέσσερα χρόνια από τη μέρα της έκδοσης. Επίσης, με βάση το σχέδιο του 2014, το δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί αν ο δανειστής αποτύγχανε να επιτύχει τον δανειστικό του στόχο. Με βάση το νέο σχέδιο, τα δάνεια δεν πρόκειται να επιστραφούν πριν από τα τέσσερα χρόνια και το επιτόκιο δεν πρόκειται να αυξηθεί πάνω από το 0%, έστω κι αν οι δανειστικοί στόχοι δεν επιτυγχάνονται. Επίσης, με βάση το νέο σχέδιο οι τράπεζες θα δικαιούνται να δανείζονται πολύ περισσότερα. Με βάση το σχέδιο του 2014 τα δάνεια από την ΕΚΤ περιορίζονταν στο 7% των δανείων προς τις επιχειρήσεις, ενώ με βάση το νέο σχέδιο το επίπεδο αυξάνεται στο 30%.
Ανήσυχοι οι δανειολήπτες
Οι τραπεζίτες αναφέρουν ότι οι δανειολήπτες ανησυχούν για την οικονομική κατάσταση στην Ευρωζώνη και δεν επιθυμούν να πάρουν περισσότερα δάνεια, άσχετα πόσο χαμηλά είναι τα επιτόκια. Επίσης, όπως αναφέρει ο σύνδεσμος γερμανικών τραπεζών, οι εταιρείες έχουν τώρα μεγάλη ποικιλία πηγών χρηματοδότησης. Από τότε που άρχισε η οικονομική κρίση το 2008 οι εταιρείες έχουν διαφοροποιήσει τις δανειστικές πηγές τους και εξαρτώνται λιγότερο από τα τραπεζικά δάνεια. Βασικά, όμως, το πρόβλημα προς το παρόν είναι ότι οι εταιρείες δεν έχουν μεγάλες ευκαιρίες για επενδύσεις και, κατά συνέπεια, το όφελος από την αγορά εταιρικών ομολόγων από την ΕΚΤ είναι περιορισμένο. Τα αρνητικά επιτόκια της ΕΚΤ είναι δυνατόν να οδηγήσουν τις τράπεζες να παραχωρήσουν πολλά δάνεια με υψηλό ρίσκο, αφού δεν θα ήθελαν να καταθέσουν τα αποθέματά τους στην ΕΚΤ με αρνητικά επιτόκια και δημιουργούν τον κίνδυνο μιας νέας χρηματοοικονομικής κρίσης, αφού υποχρεώνουν τους δανειστές να διενεργούν περισσότερα δάνεια με μεγαλύτερο ρίσκο.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited, τηλ. 25869000, ηλεκ. διευθ. [email protected]
Υ.Γ.: Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG




