ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΙ Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΜΑΣ ΟΜΑΔΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΚΡΙΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟ

Ο Στέλιος Πλατής, ο οποίος είχε ετοιμάσει τη μελέτη για την οικονομική πτυχή της λύσης με βάση το Σχέδιο Ανάν το 2004, την επικαιροποίησε στη βάση των σημερινών δεδομένων και παρουσιάζει το αποτέλεσμα της νέας μελέτης του σε συνέντευξή του στη «Σημερινή»

* Βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να υπάρξει ένα σημαντικό αρνητικό σοκ στην οικονομία και σημαντική αβεβαιότητα

* Μελέτη, στη βάση του Σχεδίου Ανάν, δείχνει ότι οι αποζημιώσεις για τις περιουσίες θα ανέρχονταν περίπου στο 65% του ΑΕΠ. Σήμερα αυτό μεταφράζεται σε περίπου 12 δις ευρώ

* Τα απαιτούμενα ποσά για λειτουργικότητα της λύσης εκτιμώνται τουλάχιστον υπερδιπλάσια των 10 δις του μνημονίου

* Επιβάλλεται η διασφάλιση μιας ενιαίας αγοράς, αντί δύο μικρών ανταγωνιζόμενων αγορών

* Δεν υπάρχουν ενδείξεις για συμμόρφωση των τουρκοκυπριακών τραπεζών στους κανόνες για ξέπλυμα χρήματος και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας


Πέραν της πολιτικής πτυχής της συζητούμενης λύσης του Κυπριακού υπάρχει και η οικονομική, αυτή που θα είναι απτή από το επόμενο δευτερόλεπτο της υπογραφής της συμφωνίας. Πώς δηλαδή θα λειτουργήσει η οικονομία παράλληλα στα δύο συνιστώντα κρατίδια, όταν θα πρέπει να γίνει τεράστια προεργασία σε απλά καθημερινά θέματα: Νόμισμα, φορολογίες, ΦΠΑ, λειτουργία τραπεζών κι ένα σωρό άλλα ζητήματα, τα οποία πρέπει να διευθετηθούν πολύ πριν από την υπογραφή.

Η σημερινή κατάσταση στην Κύπρο απέχει κατά παρασάγγας από αυτήν του 2004, όταν ετέθη ενώπιόν μας για λήψη απόφασης το σχέδιο Ανάν. Τότε η οικονομία μας ήταν εύρωστη, μπορούσαμε να αντέξουμε, έστω και με δυσκολίες, το βάρος της λύσης, μέρος του οποίου θα αναλάμβαναν διεθνείς δωρητές. Σήμερα, με ένα φορτίο 10 δις στους ώμους μας, αυτό του δανεισμού μας από την Τρόικα, τις τράπεζες να αγωνίζονται να ορθοποδήσουν και τους πολίτες να πολεμούν καθημερινά για τον επιούσιο ή για να βρουν μια θέση εργασίας, τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα.

Περισσότερο δύσκολα καθίστανται με την απαίτηση της Τουρκίας να θεωρηθούν τα κονδύλια με τα οποία χρηματοδοτεί τα κατεχόμενα ως δάνεια, τα οποία πρέπει να αποπληρώσει η κεντρική κυβέρνηση, το πολιτειακό προϊόν δηλαδή που θα προκύψει από τη συμφωνία επίλυσης του Κυπριακού. Η απαίτηση αυτή φυσικά απορρίπτεται, είναι όμως ενδεικτική των προθέσεων. Όλα αυτά είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία, αλλά και τη βιωσιμότητα μιας λύσης.

Γνωρίζοντας ότι ο οικονομολόγος Στέλιος Πλατής είχε ετοιμάσει τη μελέτη για την οικονομική πτυχή της λύσης με βάση το Σχέδιο Ανάν το 2004 και ότι την επικαιροποίησε στη βάση των σημερινών δεδομένων, του ζητήσαμε να παρουσιάσει σε μια συνέντευξη το αποτέλεσμα της νέας μελέτης του. Θα προτάξω τον επίλογό του, τον οποίο προσωπικά θεωρώ πολύ περιεκτικό της όλης προσπάθειας, μια και η συνέντευξη θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη. Στη σημερινή κυριακάτική μας έκδοση και στην αυριανή της Δευτέρας. Λέει λοιπόν τα εξής:

«Βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να υπάρξει ένα σημαντικό αρνητικό σοκ στην οικονομία και σημαντική αβεβαιότητα, μέσα από τον συνδυασμό δύο παντελώς ανομοιογενών οικονομιών σε σχεδόν κάθε τομέα. Αυτό το σοκ, το οποίο αναμέναμε το 2004 να απορροφηθεί από την εύρωστη οικονομία των ελεύθερων περιοχών και το τραπεζικό μας σύστημα, σήμερα θα απαιτηθεί να τύχει σοβαρής, μελετημένης και ουσιαστικής διαχείρισης μέσα από μια σημαντική ενδεχομένως μεταβατική περίοδο. Πολιτικά επιχειρήματα (όπως για παράδειγμα περιορισμοί στις επενδύσεις, εγγυημένες πλειοψηφίες, εμπόδια στην υιοθέτηση ευρωπαϊκών θεσμών ή παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ιδιαίτερα σε θέματα χρηματοοικονομικών, περιουσιών και δημοσιονομικά) θα πρέπει να παραμεριστούν. Αλλιώς ενδέχεται το όλο οικοδόμημα να καταρρεύσει». Ακολουθεί η συνέντευξη:

Με βάση τις μέχρι σήμερα συζητήσεις, διαφαίνεται ότι εφόσον τεθεί ενώπιόν μας ένα σχέδιο λύσης, αυτό θα βασίζεται στην ιδέα μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) με δύο Συνιστώντα Κράτη (ΣΚ). Στο βόρειο τμήμα του νησιού θα υφίσταται το Τουρκοκυπριακό Συνιστών Κράτος (ΤΚΣΚ) και στο νότιο τμήμα του νησιού το Ελληνοκυπριακό Συνιστών Κράτος (ΕΚΣΚ). Τι πρέπει να προσέξουμε ώστε η οικονομία να περάσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται από το σημερινό καθεστώς σε ένα καινούργιο, εντελώς διαφορετικό;

Ξεκαθαρίζω εκ των προτέρων ότι σκοπός μου δεν είναι να αναλύσω αυτό το γεγονός. Και ούτε και να πάρω θέση επί της ΔΔΟ. Το κίνητρό μου πίσω από όσα θα αναφέρω είναι να επισημανθούν και να αναδειχθούν κάποια σημαντικά σημεία, τα οποία είναι χρήσιμο η πλευρά μας να προσέξει στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Γι’ αυτό και προσπάθειά μου είναι να παραμείνω αμερόληπτος και ανεπηρέαστος από πολιτικά επιχειρήματα και να αναδείξω κάποια από τα σημεία που θα καθιστούσαν μια ΔΔΟ -συναποτελούμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) και το ψευδοκράτος, όπως είναι σήμερα- λειτουργική, ή τουναντίον θα αποτελούσαν στοιχεία ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων ή ακόμη και κινδύνους κατάρρευσης του όλου οικοδομήματος.

Άρα επιβάλλεται να τεθούν στο τραπέζι προτού είναι αργά. Σημειώνω, τέλος, ότι βάση για την ανάλυσή μου είναι οι δομές, οι αναλύσεις και μελέτες που πραγματοποίησα την περίοδο 2003-2004 και 2006 επί του Σχεδίου Ανάν, επικαιροποιημένες (στον βαθμό που είναι δυνατόν) με βάση τις σημερινές οικονομικές συνθήκες στις ελεύθερες περιοχές και στα κατεχόμενα. Σημειώνω επίσης ότι λόγω χώρου δεν συμπεριλαμβάνεται εδώ η πλήρης ανάλυση, ούτε και η πλήρης λίστα θεμάτων. Παρατίθενται όμως αρκετά στοιχεία για να εξαχθούν κάποια σημαντικά προκαταρκτικά συμπεράσματα.

Τι πρέπει, λοιπόν, η πλευρά μας να προσέξει κατά τις διαπραγματεύσεις:

Πρώτον: Τη μακροοικονομία και τη λειτουργία της αγοράς. Το 2008-2009 υπήρξε σημαντική σμίκρυνση της οικονομίας στα κατεχόμενα, της τάξης του 10%, μετά από σημαντική ανάπτυξη (ενδεικτικά περίπου 11% μέσο όρο από την εμφάνιση του Σχεδίου Ανάν μέχρι το 2008), ενώ την περίοδο 2010-2013 υπήρξε μηδενική πραγματική ανάπτυξη συνοδευόμενη από υπερπληθωρισμό - ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Τουρκίας. Αυτά τα στοιχεία δεικνύουν τη μεγάλη μεταβλητότητα της οικονομίας των κατεχομένων, σε σύγκριση με έναν πολύ πιο σταθερό οικονομικό κύκλο στις ελεύθερες περιοχές. Έτσι, ως πρώτο σημείο επισημαίνω τη μεγάλη δομική διαφορά των δύο οικονομιών.

Άρα πρέπει να δοθεί έμφαση στην ορθή διαδικασία της μακροοικονομικής σύγκλισης των δύο ΣΚ, χωρίς όμως ποτέ το ένα κρατίδιο να καταστεί χρηματοδοτικός αιμοδότης του άλλου. Ούτε ακόμη και βραχυπρόθεσμα, αφού αυτό θα προκαλέσει τεράστια προβλήματα στη συνεργασία, αλλά ενδεχομένως και στην ίδια τη συνύπαρξη των δύο κρατιδίων σε μιαν ομοσπονδία. Για παράδειγμα, με βάση το Σχέδιο Ανάν, η εκτίμησή μου το 2004 ήταν πως το επιπλέον ετήσιο κόστος λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα ήταν 9% του ΑΕΠ της ΚΔ τότε, ενώ αυτό θα καταβαλλόταν μόνο από τους Ελληνοκύπριους - ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο έμμεσα θα χρηματοδοτείτο το ΤΚΣΚ. Ενδεικτικά, αυτό μεταφράζεται σήμερα σε περίπου 1,6 δις ευρώ ετησίως, ενώ η προοπτική ήταν πως αυτό θα συνεχιζόταν για σημαντικό χρονικό διάστημα. Εισήγησή μου είναι, λοιπόν, όπως οι δωρητές ή η ίδια η Τουρκία χρηματοδοτήσουν σημαντικά το ΤΚΣΚ στο αρχικό στάδιο λειτουργίας του, αλλά ουδέποτε σε συνεχή βάση, για να μην δημιουργηθούν όροι εξάρτησης.

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, αναμένω επίσης ότι τουλάχιστον οι μεσο-βραχυπρόθεσμοι στόχοι αλλά και οι προτεραιότητες του κάθε κρατιδίου δεν θα είναι οι ίδιοι, δημιουργώντας ενδεχομένως αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Γι’ αυτό επιβάλλεται η διασφάλιση μιας ενιαίας αγοράς, αντί δύο μικρών ανταγωνιζόμενων αγορών. Αυτό θα συμβάλει στην απαραίτητη αλλά και γοργότερη μακροοικονομική σύγκλιση. Άρα οι όποιοι περιορισμοί στις επενδύσεις ή στην ιδιοκτησία στο ΤΚΣΚ, ενδεχομένως να αποτελούσαν σοβαρό εμπόδιο στη βιωσιμότητα του όλου εγχειρήματος.

Την ίδια στιγμή, μεγάλο ποσοστό των υπηρεσιών στα κατεχόμενα βρίσκονται σήμερα σε χέρια τουρκικών συμφερόντων. Τουρκικές εταιρείες ελέγχουν σημαντικό ποσοστό του τουρισμού, των πανεπιστημίων, της εκπαίδευσης γενικότερα και των κατασκευών, αλλά και αρκετές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει δυσκολία στην εξεύρεση κοινών στόχων, αλλά και πιο σημαντικά όσον αφορά στην προώθηση του κοινού τουριστικού προϊόντος και της εκπαίδευσης. Υπενθυμίζεται, ότι ο τουρισμός είναι η μεγαλύτερη πηγή εσόδων και για τις δύο περιοχές. Επιβάλλεται, λοιπόν, ιδιαίτερα το τουριστικό προϊόν να είναι αυστηρά ενιαίο, και να αποφευχθεί αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο κρατιδίων, ο οποίος θα μειώσει την ποιότητα αλλά και τα έσοδα. Επίσης, ο προγραμματισμός και η προβολή επιβάλλεται να γίνονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Από την άλλη, αναμένονται να υπάρξουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα στην αφομοίωση του προσωπικού της Εθνικής Φρουράς αλλά και απολυθέντων Ελληνοκυπρίων από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ενδεικτικά, με βάση το Σχέδιο Ανάν, υπολογίσαμε τότε ότι περίπου το 1/5 της ευρύτερης δημόσιας υπηρεσίας της ΚΔ θα έπρεπε να απολυθεί, ούτως ώστε ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός να μπορούσε να δουλέψει, και δεδομένου ότι η συμμετοχή των ΤΚ θα έπρεπε να ήταν ισόποση.

Από το 2004 μέχρι σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει και στο τραπεζικό μας σύστημα. Πολλοί είναι επίσης οι άγνωστοι Χ σε ό,τι αφορά την κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα στα κατεχόμενα. Γίνεται λόγος για ξέπλυμα και μη συμμόρφωση με διεθνείς κανόνες…

Πολύ σημαντικό ζήτημα είναι το τεράστιο χάσμα στη συμμόρφωση διεθνών κανόνων που διέπουν την οικονομία μεταξύ κατεχομένων και ελεύθερων περιοχών, όπως της συμμόρφωσης με κανόνες που διέπουν το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Αυτό ενδεχομένως να κρατήσει μακριά από τις αγορές για κρίσιμο χρονικό διάστημα τον χρηματοπιστωτικό/τραπεζικό μας κλάδο. Αν αυτό συμβεί, δεδομένων των τεράστιων χρηματοδοτικών αναγκών της λύσης αλλά και της λειτουργίας του ομοσπονδιακού συστήματος, θα αποβεί καταστροφικό για την επιβίωση των κρατικών δομών. Την ίδια στιγμή, γνωρίζουμε ότι οι οικονομικές δραστηριότητες στα κατεχόμενα είναι αμφιβόλου νομιμότητας σε αρκετές περιπτώσεις, γεγονός που ίσως αμαυρώσει το όνομα της κοινής οικονομίας στο διεθνές προσκήνιο. Άρα επιβάλλεται, προτού προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο, η ΕΕ και οι κατάλληλοι θεσμοί να προβούν σε ενδελεχή έλεγχο στο ψευδοκράτος προς αυτήν την κατεύθυνση.

Γενικά το προβληματικό τραπεζικό/χρηματοοικονομικό σύστημα των κατεχομένων (ανέρχεται στο περίπου 150% το ΑΕΠ του ψευδοκράτους σήμερα) θα καταστήσει δύσκολο το έργο της ενσωμάτωσής του με το τραπεζικό/χρηματοοικονομικό σύστημα των ελεύθερων περιοχών. Ενώ σε αντίθεση με το 2004, σήμερα το τελευταίο δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει και ούτε να αφομοιώσει το πρώτο. Ενδεικτικά, οι τράπεζες στα κατεχόμενα αυξάνουν τα ονομαστικά στοιχεία του ενεργητικού τους, με την επέκταση δανείων αμφιβόλου ποιότητας σε «κρατικές» επιχειρήσεις και ιδρύματα. Αυτά τα δάνεια είναι εικονικά εγγυημένα από τη μία πλευρά, και υπο-ρυθμιζόμενα από την άλλη, γεγονός που αποτελεί συνταγή για τραπεζική κρίση.

Θα κλείσω αυτό το κεφάλαιο αναφέροντας επιγραμματικά ότι όσον αφορά στο ΤΚΣΚ υφίστανται επίσης θέματα στη διαδικασία υιοθέτησης του ευρώ, δεδομένης της δραματικά χαμηλής παραγωγικότητας, θέματα στα αναμενόμενα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών μετά τη λύση, θέματα προστατευτισμού και κρατικών ενισχύσεων, προβλήματα στις διαδικασίες πτωχεύσεων και εκκαθαρίσεων. Όλα αυτά χρήζουν άμεσης και δραστικής αντιμετώπισης, αφού ενδεχομένως να εμποδίσουν καίρια την ομαλή λειτουργία του συστήματος μετά τη λύση.

Περιουσίες και «Ταμείο Αποζημιώσεων»

Το θέμα των περιουσιών είναι ένα από τα ακανθώδη επίσης, πέραν των υπολοίπων καυτών θεμάτων, τα οποία περιγράψατε προηγουμένως. Πώς βλέπετε να διευθετείται;

Ξεκινώ από το προφανές ότι σε περίπτωση που το ΤΚΣΚ θα δύναται να επιβάλει περιορισμούς στην ιδιοκτησία από μη-κατοίκους ή τις όποιες εγγυημένες πλειοψηφίες, αυτό θα δυσχεράνει τη λειτουργία της οικονομίας και τη σύγκλιση, αλλά πιο πολύ τη βιωσιμότητα του «Ταμείου Αποζημιώσεων». Με βάση λεπτομερή μελέτη που διεξήγαγα το 2006 στη βάση του Σχεδίου Ανάν, υπολόγισα ότι οι αποζημιώσεις για τις περιουσίες θα ανέρχονταν περίπου στο 65% του ΑΕΠ της ΚΔ. Σήμερα αυτό μεταφράζεται σε περίπου 12 δις ευρώ.

Αν και θα ανέμενα αυτό τελικά να μειωθεί, δεδομένων των πωλήσεων ε/κ περιουσιών στην Επιτροπή Αποζημιώσεων της Τουρκίας, το ποσό αυτό δεν αναμένω να είναι πολύ χαμηλότερο από 10 δις, και με βάση άλλους υπολογισμούς. Το ύψος του ποσού αυτού, το οποίο ανέρχεται περίπου στο ποσό του σημερινού μνημονίου και οδήγησε σε πτώχευση την ΚΔ, είναι ακόμη ένας λόγος που ο αριθμός των εποίκων επιβάλλεται να περιοριστεί σε όσο το δυνατόν χαμηλότερο σημείο, αλλά και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό ελληνοκυπριακών περιουσιών να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αφού αυτό θα μειώσει το απαραίτητο ποσοστό αποζημιώσεων από το «Ταμείο Αποζημιώσεων».

ην ίδια στιγμή, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη επιβάλλεται να διαφυλαχθεί, αφού αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναμένεται να λειτουργήσει η όλη οικονομική και νομική δομή του ομόσπονδου κράτους. Η όποια παρερμηνεία του, με βάση το διεθνές δίκαιο, ενδεχομένως να αποτελέσει ανυπέρβλητα εμπόδια και πηγή ρίσκου για διεθνείς επενδυτές.

Επίσης η διαδικασία αποζημιώσεων, η οποία πιθανόν να περάσει μέσα από τη διάθεση σημαντικού αριθμού περιουσιών προς πώληση, επιβάλλεται να δομηθεί προσεκτικά και σταδιακά, ούτως ώστε να αποφευχθεί κατάρρευση των τιμών στις σημερινές ελεύθερες περιοχές - κάτι το οποίο είναι αρκετά πιθανόν βραχυπρόθεσμα.

ΑΥΡΙΟ: Δημοσιονομικά, δημόσιο χρέος, κόστος και χρηματοδότηση της λύσης και συμπεράσματα