Πώς βλέπουν οι Ευρωπαίοι εταίροι την επόμενη ημέρα της Κυπριακής Οικονομίας
Ανησυχίες και προβληματισμοί για το πώς θα διαχειριστεί η Κύπρος τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά το πέρας του προγράμματος στήριξης


Συγκρατημένες ανησυχίες για το μέλλον, χωρίς την ολοκλήρωση του προγράμματος, εκφράζονται από τη μεριά των δανειστών, ενώ γίνονται εκτιμήσεις για τα δεδομένα που θα δημιουργηθούν την επόμενη ημέρα. Όπως φαίνεται, οι εταίροι έχουν χαρτογραφήσει πλήρως το σκηνικό κι έχουν διαμορφώσει «χάρτη ενδεχομένων», ανάλογα με την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα, επισημαίνοντας στην Κυβέρνηση τους κινδύνους και εντοπίζοντας τα σημεία-κλειδιά που θα πρέπει να διορθωθούν, προκειμένου να μην υπάρξουν νέα, συγκοινωνούντα προβλήματα όπως αυτά του παρελθόντος.

Την ίδια ώρα κλειδώνει, όπως φαίνεται, το αδιέξοδο στο επίμαχο θέμα του διοικητικού διαχωρισμού της Cyta, καθώς, μετά τη μεγάλη χρονοτριβή από μεριάς Βουλής, τα δύο νομοσχέδια που κατατίθεται στην Επιτροπή Οικονομικών τη Δευτέρα δεν φαίνεται να συγκεντρώνουν την απαιτούμενη στήριξη των κομμάτων. Το θέμα έχει αναχθεί σε μείζον, καθώς, από αυτό και μόνο, εξαρτάται μια σειρά παραγόντων που θα κρίνουν την πορεία της Κύπρου για την επόμενη ημέρα: η επιτυχής ολοκλήρωση του κυπριακού μνημονίου, η εκταμίευση της δόσης, η έξοδος στις αγορές με βολικό επιτόκιο, καθώς και η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου από θεσμικούς και οικονομικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν τις αγορές από την 1η Απριλίου και μετά.

Χαλαρή εποπτεία
Εκείνο που αναμένεται να συμβεί στη μεταμνημονιακή εποχή είναι η Κύπρος να περάσει από το καθεστώς της επιτήρησης σε ένα καθεστώς «συμβουλευτικό» και χαλαρής εποπτείας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα απομακρυνθεί από τις διαδικασίες, ενώ θα παραμείνει η Κομισιόν και ενδεχομένως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ από μεριάς Κύπρου θεωρείται σχεδόν δεδομένο ότι τη συνεργασία θα διατηρήσει ο Υπουργός Οικονομικών.

Το νέο καθεστώς θα κινείται στο πλαίσιο που εφαρμόζεται στα άλλα κράτη μέλη, καθώς θα πρέπει να παρακολουθούνται οι κρίσιμοι τομείς της οικονομίας, να αποστέλλονται σε εξαμηνιαία βάση αναφορές, στοιχεία, προβλέψεις και δεδομένα. Εκείνο που δεν θα υπάρχει είναι ο θεσμός της Τρόικας, ενώ, όπως όλα δείχνουν, τα τεχνικά κλιμάκια που θα επισκέπτονται την Κύπρο θα έχουν επιτελικό και επικουρικό χαρακτήρα.

Παραμένουμε στα «junk»
Αυτό που φαίνεται, καθώς οδεύουμε προς την 31η Μαρτίου, είναι ότι η Κύπρος δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει άμεσα μια θέση στις επενδυτικές βαθμίδες της αγοράς χρέους. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, παρακολουθώντας στενά την πορεία, τόσο της εγχώριας όσο και της παγκόσμιας οικονομίας, αναμένεται να μην προβούν σε αναβάθμιση του αξιόχρεου, πράγμα που συνεπάγεται ότι η έξοδος στις αγορές θα πραγματοποιηθεί με επιτόκιο το οποίο ναι μεν θα είναι υποφερτό, δεν θα είναι όμως συμφέρον, καθώς αναμένεται να κινηθεί μεταξύ 4% και 6%. Ο χρόνος που εκτιμάται ότι θα χρειαστεί για να βγουν τα κυπριακά κρατικά ομόλογα από την κατηγορία «σκουπίδια» (junk) είναι μεγαλύτερος του 1,5 έτους.

Χαίρουν εμπιστοσύνης
Μπορεί το ζήτημα της Cyta παραμένει υψηλά, αλλά για τους εταίρους δεν αποτελεί τη μοναδική έγνοια για την περίπτωση της Κύπρου. Όπως εκτιμάται, ο δρόμος για την επιστροφή στην ανταγωνιστικότητα περνάει μεν από τη «σε βάθος χρόνου ιδιωτικοποίηση» της Cyta, ωστόσο οι εταίροι αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση ως αρχή για μια σειρά από ιδιωτικοποιήσεις που θα ακολουθήσουν, ανεξαρτήτως μνημονίου. Εξάλλου, η εμπιστοσύνη της οποίας χαίρει τόσο ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης όσο και ο αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος Αβέρωφ Νεοφύτου, από πλευράς εταίρων, είναι μεγάλη. Στα δύο αυτά πρόσωπα βλέπουν το «πάτημα» που χρειάζεται η Ευρώπη στην περιοχή για να προωθήσει τις πολιτικές ανασυγκρότησης, ως κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου αναπροσαρμογής της ευρωπαϊκής οικονομίας και θωράκισής της από ενδεχόμενες μελλοντικές κρίσεις.

Νέοι τρόποι ανάπτυξης
Όπως εκτιμάται, η παύση των μεταρρυθμίσεων μετά τη λήξη του προγράμματος θα ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη, δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, το πρόγραμμα αποδίδει. Πλέον, τα φώτα της προσοχής εστιάζονται σε μια πολιτική που θα προωθεί νέους τρόπους ανάπτυξης και αποτελεσματικότητας της αγοράς, οι οποίοι όμως θέτουν ως βασική προϋπόθεση την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού μέσω σημαντικών ιδιωτικοποιήσεων. Η ναυτιλία, η ενέργεια αλλά και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση είναι τα μελλοντικά στοιχήματα της μεταμνημονιακής περιόδου, στο πλαίσιο των οποίων αναμένονται δραστικές ενέργειες και μεγάλες αλλαγές, προκειμένου να καταστεί το κράτος λειτουργικότερο και λιγότερο γραφειοκρατικό.

Να μην πληρώσουν οι φορολογούμενοι
Ανήσυχοι εμφανίζονται οι εταίροι για τον τραπεζικό κλάδο και ιδιαίτερα για το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο παρακολουθούν σχεδόν «φοβικά». Το υπερβολικά υψηλό ποσοστό αποδίδεται σε ένα καταστροφικό «πιστωτικό κρεσέντο» που έλαβε χώρα στο παρελθόν, ενώ αναζητούν εκείνον που θα πληρώσει τον λογαριασμό. Συγκεκριμένα, η άποψή τους συγκεντρώνεται στη φράση «το Δημόσιο δεν πρέπει να πληρώσει τα σπασμένα». Από την άλλη, γνωρίζουν ότι η δημιουργία μιας «κακής τράπεζας» (bad bank) και η χρηματοδότησή της ενδέχεται να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και κατά συνέπεια την τσέπη των φορολογουμένων, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για την πορεία μακροοικονομικών μεγεθών, όπως η ζήτηση, σε ένα οικονομικό περιβάλλον που παλεύει να συγκρατήσει τις αποπληθωριστικές τάσεις.

Επιπλέον, θεωρούν ότι οι τράπεζες θα πρέπει να αναλάβουν ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης, προχωρώντας ταχύτερα σε αναδιαρθρώσεις δανείων, επωμιζόμενες ένα κομμάτι της ζημιάς, με ταυτόχρονη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νέων επιχειρηματικών σχεδίων. Εξάλλου, διατείνονται ότι πλέον υπάρχουν τα εργαλεία, όπως η πακετοποίηση και η πώληση δανείων, μέθοδοι που στο ευρωπαϊκό πλαίσιο θεωρούνται «κανονικοί» και δεν αποτελούν πεδίο διαμάχης και αιτία αντιδράσεων. Τέλος, στο τραπέζι βάζουν και τη δυνατότητα των τιτλοποιήσεων (securitization), προκειμένου οι τράπεζες να μπορέσουν να απομακρύνουν τα «κακά» στοιχεία από το ενεργητικό τους, όπως είναι τα ΜΕΔ, ενώ ταυτόχρονα να αντλήσουν την κατάλληλη ρευστότητα και να την επαναπροωθήσουν στην αγορά με τη μορφή νέων δανείων, αλλά και να κλείσουν «τρύπες» που βαραίνουν τις οικονομικές τους καταστάσεις.

Μια «νησιωτική οικονομία»
Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ Οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από τους εταίρους ως μια «νησιωτική», με τα πλεονεκτήματα αλλά και τους περιορισμούς που υπάρχουν. Οι υψηλές τιμές, οι ανισορροπίες που παρατηρούνται σε σχέση με τις διεθνείς πρακτικές εμπορίου, η ιδιόρρυθμη αγορά ενέργειας η οποία χαρακτηρίζεται ως «μη αποδοτική», συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές, αλλά και ο τουρισμός θα πρέπει να τοποθετηθούν υψηλά στην ατζέντα των προτεραιοτήτων της Κυβέρνησης για την επόμενη ημέρα.

Πιο συγκεκριμένα, τουρισμός φαίνεται να απασχολεί ιδιαιτέρως τους εταίρους, ως πρόβλημα που εξακολουθεί να υφίσταται και απαιτεί διορθωτικές δράσεις. Τα προβλήματα που υπάρχουν εντοπίζονται κυρίως στη σχέση τιμής/ποιότητας, συγκριτικά με τις τριγύρω περιοχές, όπως η Αίγυπτος και η Τουρκία, η έκταση της τουριστικής περιόδου η οποία μοιάζει «καχεκτική» έναντι προσδοκιών και δυνατοτήτων, αλλά και η διαθεσιμότητα σε ξενοδοχεία, καθώς αυτή περιορίζεται σε ξενοδοχεία που δεν χαρακτηρίζονται ως «πρώτης κατηγορίας».