Γενικός Εισαγγελέας: Όχι στη δημοσιοποίηση ονομάτων και στον έλεγχο των δικαστών
Ναυαγεί, όπως όλα δείχνουν, η τροποποίηση του «πόθεν έσχες» πριν από τις εκλογές. Διάσταση απόψεων μεταξύ Νομικής Υπηρεσίας και Υπουργείου Δικαιοσύνης και Επιτροπής Νομικών της Βουλής
Την παροιμία «Ο Γιάννης φοβάται το θεριό και το θεριό τον Γιάννη» θυμίζει η συζήτηση που γίνεται στην Επιτροπή Νομικών για τη νομοθετική ρύθμιση του «πόθεν έσχες». Οι τροποποιήσεις που ετοιμάζει τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι βουλευτές της Επιτροπής σκοντάφτουν στη Νομική Υπηρεσία, με τον Γενικό Εισαγγελέα ουσιαστικά να ανάβει κόκκινο στο κομβικό θέμα της δημοσιοποίησης των δηλώσεων «πόθεν έσχες».
Ο Γενικός Εισαγγελέας διερωτήθηκε κατά πόσον υπάρχει πιεστική ανάγκη για δημοσιοποίηση του «πόθεν έσχες», αναφέροντας πως είναι αρκετή η λήψη μέτρων από την ειδική επιτροπή. Είπε πως η δημοσιοποίηση των δηλώσεων «πόθεν έσχες» το μόνο που αποσκοπεί είναι να προκαλεί κουτσομπολιό.
Εισηγήθηκε, προς αποφυγήν οποιωνδήποτε προβλημάτων και για διασφάλιση του ότι η όποια νομοθεσία θα είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να περιληφθεί στην τροποποίηση των άρθρων όπως είναι στη Σύμβαση.
Ωστόσο, διαφορετική άποψη έχει η Κυβέρνηση. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αναφερόμενος στο προσωπικό του παράδειγμα, αναφορικά με τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, είπε ότι αποδείχθηκε στην πράξη ότι η δημοσίευση των περιουσιακών στοιχείων δεν αποτελεί τροφή κουτσομπολιού.
Είπε ότι είναι μέσο ελέγχου, τονίζοντας ότι ο έλεγχος δεν θα πρέπει είναι αναποτελεσματικός. Ο κ. Νικολάου είπε ακόμα ότι με τη δημοσιοποίηση προστατεύονται περισσότερο τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα, τα οποία πλήττονται περισσότερο από τις φήμες για ό,τι δεν είναι δημοσιοποιημένο.
Μην ελέγξετε τους δικαστές
Ο Γενικός Εισαγγελέας, όμως, έφερε στο προσκήνιο και άλλο ζήτημα. Διαφώνησε με τη συμπερίληψη των δικαστών στον κατάλογο των ελεγχομένων. Υποστήριξε ότι μπορεί μια τέτοια κίνηση να εκληφθεί ως παρέμβαση στη διάκριση των εξουσιών. Σημείωσε προς την Επιτροπή ότι, με βάση αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Δικαστική Εξουσία είναι ανεξάρτητη και αυτοελεγχόμενη και δεν μπορεί να ελεγχθεί από άλλη Εξουσία.
Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Ρίκκος Μαππουρίδης, τοποθετούμενος επί της θέσης του Γενικού Εισαγγελέα, παρατήρησε ότι δεν αφορά επέμβαση της μίας Εξουσίας στην άλλη, καθώς ο έλεγχος δεν θα γίνεται από άλλη Εξουσία, αλλά από την ίδια τη Δικαστική Εξουσία. «Αυτό που θέλουμε είναι ο περιορισμός της διαφθοράς και η εμβάθυνση της δημοκρατίας», πρόσθεσε.
Ο Ιωνάς Νικολάου σημείωσε πως κατά την ετοιμασία του νομοσχεδίου προβλημάτισε η συμπερίληψη των δικαστών στους ελεγχόμενους, ωστόσο, είπε, δεν περιλήφθηκαν στον κατάλογο, λόγω της σχετικής απόφασης του Ανωτάτου του 1999. Είπε πως το θέμα μπορεί να ρυθμιστεί με διαδικαστικό κανονισμό και εσωτερικό κανονισμό της Δικαστικής Εξουσίας.
Τα ξαναλένε σε 15 ημέρες
Επιτακτική ανάγκη χαρακτήρισε την τροποποίηση της νομοθεσίας για το «πόθεν έσχες» ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Στις δηλώσεις του μετά το πέρας της συνεδρίας προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν περί ναυαγίου του όλου ζητήματος μέχρι τις εκλογές, απορρίπτοντας αναφορά περί συζήτησης που οδηγείται σε αδιέξοδο.
Εξήγησε ότι υπάρχει προβληματισμός και ο Γενικός Εισαγγελέας έθεσε τους προβληματισμούς του και ζήτησε χρόνο για περαιτέρω μελέτη. Ο κ. Νικολάου σημείωσε πως για να γίνει τροποποίηση του Συντάγματος πρέπει να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πλειοψηφία και ανέφερε ότι θα συζητηθεί με τον Γενικό Εισαγγελέα το θέμα και τα νομοθετήματα θα επιστρέψουν στη Βουλή, με στόχο η όποια ρύθμιση να είναι συνταγματικά συμβατή. Επίσης υποστήριξε ότι υπάρχει πολιτική βούληση της Κυβέρνησης για περίληψη διατάξεων για αποτελεσματικό έλεγχο της διαφθοράς.
Πάντως κατά τη συζήτηση αποφασίστηκε όπως το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Νομική Υπηρεσία διαβουλευθούν και σε 15 μέρες να επανέλθουν στη Βουλή για ενημέρωση σε σχέση με τις αλλαγές που προτείνουν.
Προεκλογική κόντρα ΑΚΕΛ - ΔΗΣΥ
Ο στόχος της ψήφισης του «πόθεν έσχες» πριν από το κλείσιμο της Βουλής στις 14 Απριλίου μπορεί να ειπώθηκε στις δηλώσεις που έγιναν μετά το πέρας της συνεδρίασης, ωστόσο το κλίμα εκνευρισμού ήταν ορατό.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ, με τον βουλευτή Άριστο Δαμιανού να κάνει λόγο για κρυφτούλι που παίζει ο Δημοκρατικός Συναγερμός. Είπε πως «ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δίκαιο ότι το ΑΚΕΛ έχει πρόβλημα στη γενίκευση της τροποποίησης του Συντάγματος για το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Εμείς μετακινηθήκαμε, για να κάνουμε πέντε βήματα και ζητάμε όπως το κρυφτούλι του ΔΗΣΥ με την Κυβέρνηση σταματήσει και όπως υπάρξει σύγκλιση στις θέσεις της Κυβέρνησης με το κυβερνών κόμμα».
Ο κ. Δαμιανού τόνισε χαρακτηριστικά πως «αν δεν καταφέρουμε να περάσουμε το "πόθεν έσχες" πριν από τη λήξη της βουλευτικής θητείας, αυτό που θα κρατήσουν από τη θητεία αυτής της Βουλής οι πολίτες, είναι πως το μόνο που έκανε η Βουλή στην πενταετία που εκπνέει ήταν να ψηφίζει μνημονιακά νομοσχέδια που παραβιάζουν το Σύνταγμα».
Πάντως ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Σωτήρης Σαμψών είπε ότι το κόμμα του είναι ευθυγραμμισμένο με το κείμενο στο οποίο έχει καταλήξει η Επιτροπή Νομικών και είναι «name and shame», διευκρινίζοντας ότι συμφωνεί με τη δημοσιοποίηση εκείνων που δεν θα καταθέτουν δήλωση και αυτών των οποίων τα στοιχεία που καταθέτουν είναι επιλήψιμα.
Υπενθυμίζεται πως η πλειοψηφία των μελών της Επιτροπής Νομικών συμφωνεί με το «name and shame» για όσους από τους ελεγχόμενους δεν υποβάλλουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων ή και για όσους υποβάλλουν ημιτελή δήλωση.
Το «name and shame»
Η γενική φιλοσοφία της επιτροπής για το «name and shame» κινείται στο ότι η δημοσιοποίηση των δηλώσεων του «πόθεν έσχες» να γίνεται όταν ο κρατικός αξιωματούχος, το πολιτικά εκτεθειμένο πρόσωπο, οι δικαστές, άλλοι θεσμικοί αξιωματούχοι και μέλη Δ.Σ. ημικρατικών, ρυθμιστές και δημόσιοι υπάλληλοι κλίμακας Α11, επιθυμούν τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων.
Επίσης το όνομα να δημοσιοποιείται όταν ο ελεγχόμενος αρνείται να καταθέσει δήλωση περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα θα γίνεται «name and shame» όσων ελεγχομένων έχουν δηλώσει παραπλανητικά, αναληθή και ελλιπή στοιχεία, τα οποία δημιουργούν υποψίες για διαπλοκή και για διαφθορά και δεν δικαιολογούνται.
Στόχος της Επιτροπής είναι, Δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων να είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος της Βουλής, υπουργοί, βουλευτές, διορισμένοι αξιωματούχοι, δικαστές, τοπικοί άρχοντές, μέλη των Δ.Σ. των ημικρατικών οργανισμών και κρατικών εταιρειών και οι δημόσιοι υπάλληλοι με κλίμακα Α11 και πάνω.
Επίσης να περιληφθούν στον κατάλογο οι καναλάρχες, εκδότες, δημοσιογράφοι, καθώς και αξιωματούχοι της Εκκλησίας και γενικά πρόσωπα τα οποία διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα και διαμορφώνουν με τις αποφάσεις τους την κοινή γνώμη.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




