Με επιστολή του νομικού της συμβούλου Αλ. Μαρκίδη στον Ν. Αναστασιάδη
«Αν η τράπεζα κερδίσει τη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου οι ζημιές για την Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι τεράστιες», αναφέρει ο νομικός σύμβουλός της


Επικαλούμενος τις τεράστιες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ζημιές τις οποίες είναι δυνατόν να υποστεί η Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση που η τράπεζα FBME κερδίσει τη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου εναντίον αποφάσεων της Αρχής Εξυγίανσης της Κύπρου, ο νομικός σύμβουλος της τράπεζας ζήτησε χθες από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να συγκαλέσει σύσκεψη για συζήτηση της όλης υπόθεσης.

Συγκεκριμένα, ο νομικός Αλέκος Μαρκίδης, ο οποίος εκπροσωπεί την FBME, καλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να συγκαλέσει σύσκεψη όλων των ενδιαφερομένων, δηλαδή του Υπουργού Οικονομικών, των μελών της Αρχής Εξυγίανσης και των δικαιούχων της FBME, «προκειμένου να συζητηθεί η δυνατότητα εξεύρεσης εποικοδομητικών λύσεων για προστασία των συμφερόντων όλων, συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών του υποκαταστήματος, εν ονόματι της προστασίας των οποίων εκδόθηκε το καταστροφικό δι’ αυτούς διάταγμα».

Το διάταγμα στο οποίο αναφέρεται ο κ. Μαρκίδης είναι αυτό που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης, με το οποίο έθετε σε καθεστώς εξυγίανσης το υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο. Το διάταγμα υπέγραψε και ο Υπουργός Οικονομικών.

Το διάταγμα εκδόθηκε μετά την ανακοίνωση της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Οικονομικού Εγκλήματος των ΗΠΑ (FinCEN) τον Ιούλιο του 2014 για το υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο.

«Ήταν αδύνατο»
Όπως αναφέρει ο Αλέκος Μαρκίδης, κύριος σκοπός του διατάγματος ήταν η πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME.
«Παρά το ότι ευθύς εξαρχής προβλέφθηκε και προειδοποιήθηκαν όλοι ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να επιτευχθεί, σημειώνεται στην επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης, εξακολούθησε να επιμένει στην εφαρμογή του διατάγματος. Παρά το ότι το διάταγμα σκόπευε να προστατεύσει τους καταθέτες του υποκαταστήματος, οι οποίοι την εποχή εκείνη δεν κινδύνευαν, εντούτοις στην πραγματικότητα έχει επιφέρει τεράστια ζημιά σε αυτούς».

Παραστάσεις προς την Αρχή Εξυγίανσης
Στην επιστολή τονίζεται επίσης ότι τόσο πριν από την έκδοση του διατάγματος όσο και μετά, «η FBME και οι τελικοί δικαιούχοι της, Ayoub-Farid Michel Saab και Fadi Michel Saab, προέβησαν κατ’ επανάληψη σε παραστάσεις τόσο προς τις αρμόδιες Αρχές των ΗΠΑ όσο και προς την ΚΤΚ, αμφισβητώντας, στη βάση εκθέσεων που ετοιμάστηκαν εκ μέρους της από έγκριτους οίκους διεθνούς φήμης (Ernst & Young και KPMG Γερμανίας), την ορθότητα των συμπερασμάτων της FinCEN».
Σημειώνεται, επίσης, ότι «η FBME αμφισβήτησε ενώπιον Αμερικανικού Δικαστηρίου τη νομιμότητα της απόφασης της FinCEN, με αποτέλεσμα στις 27.08.2015 να εκδοθεί προσωρινό δικαστικό διάταγμα αναστολής (enjoining) της απόφασης της FinCEN μέχρι το εν λόγω Αμερικανικό Δικαστήριο να εκδώσει την τελική του απόφαση.
Παρά το γεγονός αυτό, η ΚΤΚ, πάντοτε ως Αρχή Εξυγίανσης, ουδόλως διαφοροποίησε τη στάση και συμπεριφορά της».

«Οι τελικοί δικαιούχοι της FBME, τονίζεται στην επιστολή, θεωρώντας ότι η απόφαση της FinCEN, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, είναι νομικά και πραγματικά εσφαλμένη, κατ’ επανάληψη προσπάθησαν να έλθουν σε συνεννόηση με την ΚΤΚ και να θέσουν ενώπιόν της προτάσεις και εισηγήσεις, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, η οποία επηρεάζει όχι μόνο την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και την οικονομία της ευρύτερα, αλλά και μεγάλο αριθμό πελατών του υποκαταστήματος που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Δυστυχώς, η ΚΤΚ, ως Αρχή Εξυγίανσης, όχι μόνο αρνήθηκε και απέρριψε κάθε προσπάθεια συνεννόησης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα μείωνε το ύψος της ήδη προκληθείσης ζημιάς, αλλά, ενεργώντας κατά τρόπο καταπιεστικό και εκβιαστικό, απέκλεισε κάθε οδό επικοινωνίας, απειλώντας ταυτόχρονα με λήψη διοικητικών κυρώσεων και προστίμων και έναρξη ποινικών διαδικασιών».

Στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο η διαφορά
Με βάση όλα τα πιο πάνω αλλά και τη συμπεριφορά, όπως αναφέρουν, της Κεντρικής Τράπεζας, ως Αρχής Εξυγίανσης, οι τελικοί δικαιούχοι της FBME, οι οποίοι είναι υπήκοοι του Λιβάνου, καταχώρισαν αίτηση διαιτησίας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Παρίσι (ICC Paris). Βάση της αίτησης είναι η Διακρατική Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου για την προστασία των επενδύσεων. Με την αίτηση, οι δύο αιτητές/ τελικοί δικαιούχοι της FBME BANK LTD αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία για τεράστιες ζημιές που έχουν υποστεί λόγω των ενεργειών της ΚΤΚ, ως Αρχής Εξυγίανσης.

«Ο Γενικός Εισαγγελέας, αναφέρεται στην επιστολή Μαρκίδη, εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία στην ανωτέρω διαιτησία. Ένσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι το εν λόγω Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αιτήσεως απερρίφθη και η διαδικασία προχωρά προς εκδίκαση της ουσίας».
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, με δύο Διαδικαστικές Οδηγίες που εξέδωσε, κάλεσε την Κυπριακή Δημοκρατία να μην πάρει οποιαδήποτε μέτρα διαρκούσης της διαδικασίας διαιτησίας.

Όπως τονίζει ο Αλέκος Μαρκίδης, παρά την ύπαρξη όλων των πιο πάνω, «η ΚΤΚ ως Αρχή Εξυγίανσης επιμένει και συνεχίζει να ενεργεί και να συμπεριφέρεται κατά τρόπο αυθαίρετο, παράνομο και ζημιογόνο προς τους τελικούς δικαιούχους της FBMΕ BANK LTD, τους καταθέτες του υποκαταστήματος, την Κυπριακή Δημοκρατία και τους φορολογούμενούς της. Ως αποτέλεσμα, τις οποιεσδήποτε αποζημιώσεις τυχόν επιδικάσει το Διαιτητικό Δικαστήριο, που δυνατό να ανέλθουν σε τεράστιο ποσό, είναι η Κυπριακή Δημοκρατία που θα κληθεί να πληρώσει, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν για πολλοστή φορά οι πολίτες/ φορολογούμενοί της».

«Τοσούτω μάλλον, προσθέτει, διότι η πραγματοποίηση της φημολογούμενης απόφασης της ΚΤΚ να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος, θα αποτελέσει γεγονός απρόβλεπτων συνεπειών. Το αδιέξοδο, δηλαδή, η αποτυχία πωλήσεως του υποκαταστήματος είναι πλέον ομολογούμενη από την ίδια την Αρχή Εξυγίανσης, που κατά σύμπτωση τυγχάνει να είναι η ίδια η ΚΤΚ. Αντί, συνεπώς, οι εκδόσαντες το διάταγμα να έχουν το θάρρος να ομολογήσουν την αποτυχία τους και να το ανακαλέσουν, προχωρούν, προς κάλυψη των ευθυνών τους, με ανάκληση της άδειας του υποκαταστήματος, κάτι το οποίο θα έχει θλιβερά αποτελέσματα για όλους και ειδικά για τους καταθέτες της Τράπεζας».

Μια υπογραφή κάτω από ένα ρήμα
Απευθυνόμενος προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο κ. Μαρκίδης τονίζει ότι είναι ο Αρχηγός της Πολιτείας, ο εντεταλμένος από το Σύνταγμα να διασφαλίζει την εκτελεστική εξουσία και σημειώνει:

«Οι ενέργειες δεν προήλθαν από την ΚΤΚ, υπό την ιδιότητά της αυτή, αλλά προήλθαν από την ΚΤΚ υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης, αρμοδιότητα την οποία δεν είναι το Σύνταγμα που της έχει προσδώσει, αλλά απλός νόμος του Κράτους, ο οποίος μάλιστα υπέστη κατά καιρούς τροποποιήσεις. Η τραγωδία που άρχισε με την έκδοση του αρχικού διατάγματος, το οποίο εξακολουθεί επί του παρόντος να ισχύει, εκδόθηκε με συγκατάθεση υπουργού της Κυβέρνησης.

Χωρίς τη συγκατάθεση αυτή, η οποία εκφράστηκε διά μίας απλής υπογραφής κάτω από το ρήμα "Συμφωνώ", τέτοιο διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί. Περαιτέρω, η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Διαιτητική Διαδικασία δεν είναι αρμοδιότητα της ΚΤΚ, αλλά της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας ηγείσθε. Ναι μεν ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος του Κράτους, αλλά, κατά τον χειρισμό υποθέσεων εναντίον του Κράτους, υπόκειται, καθ’ όσον αφορά τα γεγονότα και την ουσία της υπεράσπισης που θα προβάλει, στις οδηγίες της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Τέλος ο κ. Μαρκίδης ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να συγκαλέσει υπό την προεδρία του «σύσκεψη όλων των ενδιαφερομένων (του Υπουργού Οικονομικών, των μελών της Αρχής Εξυγίανσης και των δικαιούχων της FBME BANK LTD), προκειμένου να συζητηθεί η δυνατότητα εξευρέσεως εποικοδομητικών λύσεων για προστασία των συμφερόντων όλων, συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών του Υποκαταστήματος, εν ονόματι της προστασίας των οποίων εκδόθηκε το καταστροφικό δι’ αυτούς διάταγμα».