Αναλύονται μεταξύ άλλων μεταρρυθμίσεις, συνταξιοδοτικό και κοινωνικές παροχές
Τα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας παρουσιάζονται στη Φθινοπωρινή Έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου


Τα σημαντικότερα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας, με ιδιαίτερο βάρος στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ), το συνταξιοδοτικό αλλά και τους κινδύνους που επιφυλάσσει μια απρόσεκτη έξοδος από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, παρουσίασε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μέσω του Προέδρου του Δημήτρη Γεωργιάδη. Πέραν τούτων, στην Φθινοπωρινή Έκθεση του Συμβουλίου καταγράφονται ζητήματα που απασχολούν την οικονομία, όπως η αξιολόγηση των μακροοικονομικών μεγεθών, των δημοσιονομικών προβλέψεων, οι μεταρρυθμίσεις, ενώ παράλληλα σημειώνεται η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών παροχών, σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους.

Σε λάθος σημείο η συζήτηση
Όπως ανέφερε ο κ. Γεωργιάδης, η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος των ΜΕΔ είναι τεράστια, επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα που να υπόσχεται θαύματα. «Νιώθουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση για τα ΜΕΔ έχει επικεντρωθεί σε λάθος σημείο. Δεν είναι αυτοσκοπός να μην προκληθεί ζημιά στις τράπεζες ή να μειωθεί ένας δείκτης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα επιβαρύνει το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου και κατά συνέπεια το ίδιο το κράτος, καθώς ο τομέας παραμένει μεγάλος σε σχέση με το ΑΕΠ της.

«Ο κίνδυνος για νέα παρέμβαση του κράτους είναι διαχρονικός για όλα τα κράτη, αλλά πολύ περισσότεροι για την Κύπρο που έχει το πρόβλημα των ΜΕΔ», τόνισε. Απαντώντας σε ερώτηση, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι κάποιες χώρες αποφάσισαν την πώληση πακέτων δανείων και κάποιες άλλες καθυστερούν αυτήν τη διαδικασία, και υπογράμμισε ότι «γενική αποδοχή είναι ότι όσο πιο γρήγορα λύσεις το πρόβλημα τόσο πιο γρήγορα θα ανακάμψει η οικονομία, τόσο πιο γρήγορα θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και θα αυξηθούν τα έσοδα».

Κορυφαία προτεραιότητα
Σχετικά με τα προβλήματα που προκύπτουν από διαχρονικά υψηλό ποσοστό ΜΕΔ, ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε ότι αυτό περιορίζει την οικονομική και την πιστωτική επέκταση, την οικονομική δραστηριότητα και δεσμεύει κεφάλαια στις τράπεζες, με αποτέλεσμα «να μην μπορούν να διοχετευτούν στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά, και άρα να αποθαρρύνονται οι επενδύσεις».

Όπως προκύπτει από την Έκθεση, η αντιμετώπιση των ΜΕΔ πρέπει να παραμείνει κορυφαία προτεραιότητα για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με το Συμβούλιο να θεωρεί ότι το πρόβλημα αποτελεί τον πιο άμεσο και σημαντικό κίνδυνο, τόσο για την οικονομική ανάκαμψη όσο και για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα. Επιπλέον, σε σχετική Έκθεση του ΔΝΤ, η Κύπρος βρίσκεται, ανάμεσα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, στην κορυφή της λίστας των ΜΕΔ, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την αντιμετώπιση του προβλήματος. Τονίζεται ότι από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία διαφαίνεται περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης. Συγκεκριμένα, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες ανεβάζουν τον δείκτη των ΜΕΔ, η μεν Τράπεζα Κύπρου στο 52% (Τράπεζα Κύπρου) και η ελληνική Τράπεζα στο 61%, αντιστοίχως.

Κρούει τον κώδωνα
Μεγάλο κίνδυνο για την οικονομία αποτελεί η απώλεια της πλήρους πρόσβασης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς ρευστότητας, σε περίπτωση διατήρησης της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου κάτω από επενδυτική βαθμίδα. Όπως επισημαίνεται, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ), με αποτέλεσμα την έλλειψη ρευστότητας για την οικονομία στο σύνολό της, τα πράγματα θα είναι μάλλον δύσκολα για την οικονομία.

Ο κ. Γεωργιάδης, αναφερόμενος στον κίνδυνο χρηματοδότησης, είπε πως «φαίνεται να βελτιώνονται οι συνθήκες», ωστόσο επεσήμανε κάποιους κινδύνους λέγοντας πως είναι καθαρά θέμα πολιτικής απόφασης, αν θα βγούμε και πότε από το πρόγραμμα, και να χρηματοδοτούμαστε μόνο από τις αγορές. Ο κ. Γεωργιάδης εξέφρασε την άποψη ότι ενδεχομένως να δημιουργηθούν κωλύματα στη δυνατότητα των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να έχουν πλήρη πρόσβαση σε κανονική χρηματοδότηση από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

«Για να έχει οποιοσδήποτε πρόσβαση στην ΕΚΤ για χρηματοδότηση, είτε πρέπει να βρίσκεται κάτω από πρόγραμμα με θετικές αξιολογήσεις, είτε οι αξιολογήσεις του δημόσιου χρέους να βρίσκονται σε επενδυτική βαθμίδα. Το αν θα βρίσκεται το αξιόχρεο της Κυπριακής Δημοκρατίας σε επενδυτική βαθμίδα μέχρι τον Μάρτιο ή όχι θα περιμένουμε να το δούμε», είπε ο κ. Γεωργιάδης, προσθέτοντας ότι θα πρέπει να ζυγιστεί από τους πολιτικούς αν αξίζει η Κύπρος να φύγει από το δίχτυ προστασίας που παρέχει η ΕΚΤ και να βασιστεί αποκλειστικά στις αγορές για τη χρηματοδότησή της, αναφέροντας ότι ίσως μπορεί να ζητηθεί παράταση διατηρώντας το δίχτυ ασφαλείας, καθώς, όπως είπε, ενδεχομένως να υπάρξουν είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά συμβάντα, που να «ανατρέψουν τα δεδομένα». Σε ερώτηση της «Σ», σχετικά με το αν αναφέρεται σε κάτι συγκεκριμένο όσον αφορά στον εσωτερικό κίνδυνο, ο κ. Γεωργιάδης δεν συγκεκριμενοποίησε.

Αποτελεσματικότερες μεταρρυθμίσεις
Μεγάλη σημασία δίνεται στην Έκθεση και στο θέμα των μεταρρυθμίσεων. Όπως σημειώνεται, έχουν ληφθεί αρκετά μέτρα για τη μεταρρύθμιση του δημόσιου, του τραπεζικού και του ιδιωτικού τομέα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των θετικών αποτελεσμάτων που μπορεί να επιτευχθούν μέσα από καλά σχεδιασμένες μεταρρυθμίσεις και μάλιστα χωρίς την επιβολή δημοσιονομικού βάρους είναι η στόχευση των κοινωνικών παροχών.

Όπως υπογράμμισε ο κ. Γεωργιάδης, παρ' όλο που τα ποσά που έχουν καταβληθεί το 2014 για κοινωνικές παροχές έχουν μειωθεί, εντούτοις ο βαθμός βελτίωσης του ποσοστού πολιτών που αντιμετωπίζουν «κίνδυνο φτώχιας», σύμφωνα με τον ορισμό της Eurostat, είναι κατά 44% υψηλότερος από το 2013 και 2,5 φορές μεγαλύτερος απ’ ό,τι το 2006. Στην Έκθεση καταγράφονται επίσης σημάδια κόπωσης στις μεταρρυθμίσεις, τα οποία άρχισαν να εμφανίζονται μετά την επίτευξη των αριθμητικών δημοσιονομικών στόχων και συνεχίζουν να εντείνονται, καθώς πλησιάζει ο τερματισμός του προγράμματος.

Αντι-κυκλικότητα
Ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε ότι για να μπορέσει το κράτος να λειτουργήσει αντι-κυκλικά -δηλαδή εκεί που μειώνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις ο ιδιωτικός τομέας, να ξοδεύει το κράτος- θα έπρεπε και τις προηγούμενες χρονιές λειτουργούσε έτσι, δηλαδή να μείωνε τα ελλείμματά του, το χρέος του να ήταν πιο νοικοκυρεμένο, ώστε να έχει αυτήν τη δυνατότητα σήμερα. «Δυστυχώς δεν την είχαμε και είμαστε στη δυσάρεστη θέση, την ώρα που συρρικνώνεται ο ιδιωτικός τομέας, να συρρικνώνεται και ο κρατικός. Πρέπει να βοηθήσουμε τα επιχειρηματικά σχέδια να προχωρήσουν με νέο δανεισμό, όχι να επιστρέψουμε στις παλαιότερες πρακτικές», πρόσθεσε.

Στα αρνητικά των μεταρρυθμίσεων, ο κ. Γεωργιάδης συμπεριέλαβε και τις αντιστάσεις που προκύπτουν από τη διεκδίκηση των κεκτημένων, κυρίως από συνδικαλιστικούς φορείς, λέγοντας ότι υπάρχουν κάποια οργανωμένα σύνολα που είτε βάζουν εμπόδια, είτε διεκδικούν. «Δεν είναι κακό κάποιος να διεκδικεί ή να προστατεύει τα συμφέροντά του, απλώς όταν έρθει η ώρα των πολιτικών αποφάσεων, αυτό που προέχει πάντα είναι το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον», είπε.

Πηγή εξοικονόμησης
Όσον αφορά το συνταξιοδοτικό, στην έκθεσή τονίζεται η ανάγκη αποτελεσματικής και προσεκτικής μεταρρύθμισης, η οποία πρέπει να αποτελέσει «κορυφαία προτεραιότητα της Κυβέρνησης», καθώς θα δημιουργήσει μια σημαντική πηγή εξοικονόμησης και σταθερής χρηματοδότησης της οικονομίας στο σύνολό της, ενώ ταυτόχρονα θα περιοριστούν οι επιβαρύνσεις και οι κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά. Ο κ. Γεωργιάδης τόνισε ότι πιθανότατα το πρόβλημα να είναι μακροχρόνιο, καθώς «έχει σταματήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα της Κεντρικής Κυβέρνησης, πολλά ταμεία έχουν διαλυθεί, πάρα πολλοί έχουν σταματήσει τις ατομικές τους ασφάλειες, οπότε όταν έρθει η ώρα της συνταξιοδότησής τους, τίθεται σημαντικά το θέμα της επάρκειας». Πρόσθεσε επίσης ότι αν δεν υπάρχει επάρκεια, κανένα κράτος δεν θα αφήσει τον συνταξιούχο του να πεθάνει από την πείνα, παρεμβαίνοντας με δημοσιονομικό κόστος.

Σύμφωνα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η ανάγκη για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις τονίζεται και από την ύπαρξη επίμονων και μεγάλων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Όπως ανέφερε ο κ. Γεωργιάδης, ακόμη και κατά το έτος 2014, το οποίο αποτελεί περίοδο ύφεσης για την κυπριακή οικονομία, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν γύρω στο 5% του ΑΕΠ, κάτι το οποίο αποτελεί σαφές σημάδι ότι η Κύπρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, με αποτέλεσμα οι περαιτέρω μεταρρυθμίσεις να πρέπει να παραμείνουν ως κορυφαία προτεραιότητα. «Πριν από την κρίση είχαμε ένα έλλειμμα 16%, το οποίο αγνοούσαμε. Είναι ένας από τους σημαντικότερους δείκτες και αποτελεί μια περίληψη όσων μας έφεραν εδώ σήμερα», υπογράμμισε.