Νομιμοποίηση «παρακολουθήσεων» για τσιμέντωμα των οικονομικών εγκλημάτων
Την άμεση έγκριση της πρότασης για νόμιμη πρόσβαση σε καταγεγραμμένη ιδιωτική επικοινωνία ζήτησαν Κώστας Κληρίδης και Ιωνάς Νικολάου ενόψει καταχώρισης μεγάλων υποθέσεων για το οικονομικό έγκλημα


Το πράσινο φως της Βουλής, στην επόμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας, για πρόσβαση των ανακριτών σε καταγεγραμμένη ιδιωτική επικοινωνία και ταυτόχρονη αποδεκτότητα του υλικού από τα δικαστήρια, ζήτησαν μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή Νομικών της Βουλής, τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Κώστας Κληρίδης, όσο και ο Υπουργός Δικαιοσύνης Ιωνάς Νικολάου.
Όπως διευκρίνισαν ενώπιον των βουλευτών, η τροποποίηση αυτή κρίνεται εξόχως αναγκαία για να προχωρήσουν -χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις- οι υποθέσεις διερεύνησης και τελικά καταχώρισης στο δικαστήριο για το οικονομικό έγκλημα .

Επίμαχες πρόνοιες
Στόχος του νομοσχέδιου είναι να καταστεί δυνατή η συλλογή από το δικαστήριο αποδεκτού μαρτυρικού υλικού για αδικήματα σε βάρος της κυπριακής οικονομίας.
Με το νομοσχέδιο ενισχύεται το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και οι ανακριτικές Αρχές θα μπορούν να ελέγχουν μετά την εξασφάλιση διατάγματος, γραπτή ηλεκτρονική επικοινωνία στο διαδίκτυο όπως είναι μηνύματα στο viber, email, skype και whatsapp για σειρά αδικημάτων που αφορούν τη συνταγματική τάξη, την ασφάλεια του κράτους, την οικονομική σταθερότητα και το κράτος δικαίου.

Στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως η μέθοδος που προτείνει η Κυβέρνηση είναι η νομική ορολογία «ψάρεμα σε θολά νερά» (fishing expedition), δηλαδή η Αστυνομία να εξασφαλίζει διάταγμα ελέγχου για συγκεκριμένα αδικήματα και στην πορεία της έρευνας να ελέγχει και άλλα αδικήματα χωρίς να έχει το απαιτούμενο διάταγμα.

Εισαγγελικές διαβεβαιώσεις
Η Γενική Εισαγγελία, σύμφωνα με τον επικεφαλής της, Κώστα Κληρίδη, επιθυμεί διακαώς την ψήφιση της τροποποίησης του νόμου για την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας και την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων κατά τρόπο που να ρυθμίζεται η πρόσβαση των ανακριτικών Αρχών σε καταγεγραμμένη ιδιωτική επικοινωνία, ώστε να καταστεί δυνατή η συλλογή, αποδεκτού από το Δικαστήριο μαρτυρικού υλικού, για τα αδικήματα σε βάρος της κυπριακής οικονομίας.

Τοποθετούμενος κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, στην παρουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης Ιωνά Νικολάου, ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης είπε ότι η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας θα συμβάλει στις υπό διεξαγωγή έρευνες για την οικονομία, και την αποδεκτότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

Ο κ. Κληρίδης τόνισε στην Επιτροπή Νομικών ότι δεν εγείρεται φόβος κατάχρησης, καθώς όλα θα γίνονται υπό την αιγίδα του Γενικού Εισαγγελέα που θα ζητά διάταγμα εκδοθέν από το Δικαστήριο για την κατάσχεση. Εξήγησε ότι στην προτεινόμενη τροποποίηση προβλέπεται και η διαδικασία επιστροφής του κατασχεθέντος καταγεγραμμένου υλικού.

Έρχονται οι παρακολουθήσεις
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, για τους λόγους που παρέθεσε και ο Γενικός Εισαγγελέας, ζήτησε όπως το νομοσχέδιο εγκριθεί το συντομότερο δυνατό από τη Βουλή και ψηφιστεί σε νόμο στην επόμενη Ολομέλεια του νομοθετικού σώματος.

Διευκρινίζοντας ότι το νομοσχέδιο ρυθμίζει θέματα που αφορούν μόνο την καταγεγραμμένη επικοινωνία, πρόσθεσε ότι ετοιμάζεται το νομοσχέδιο, το οποίο βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, για ολοκληρωμένη και σφαιρική προσέγγιση του θέματος, στο οποίο θα ρυθμίζεται και ο έλεγχος της εφαρμογής.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης είπε ότι μόλις το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει έτοιμο το προσχέδιο του νομοσχεδίου θα διενεργηθούν επαφές με τα κόμματα.
Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε, επίσης, ότι δεν πρέπει να αναμένουμε από την Κυβέρνηση το ολοκληρωμένο νομοσχέδιο και την πιο σφαιρική αντίκριση του θέματος, επειδή το ανακριτικό έργο πρέπει να προχωρήσει άμεσα.

Ισχυρές ενστάσεις
Η έκκληση συναντά τις σοβαρές επιφυλάξεις των μελών της Επιτροπής, που θεωρούν ότι η άρση του απορρήτου σε αυτού του είδους την επικοινωνία είναι γενική και θα συνιστά «ψάρεμα σε θολά νερά» για τον κάθε πολίτη της Δημοκρατίας.

Σε δηλώσεις του ο Πρόεδρος της Επιτροπής Σωτήρης Σαμψών ανέφερε πως παρόλο που η πρόθεση για πάταξη των εγκλημάτων σε βάρος της οικονομίας αντικρίζεται θετικά απ' όλα τα μέλη της Επιτροπής, εντούτοις ζητούν να βρεθούν τρόποι ώστε ο περιορισμός του απορρήτου να μην επεκταθεί σε όλους τους πολίτες, αλλά να αφορά μόνο το οικονομικό έγκλημα. Πρόσθεσε ότι η Επιτροπή ζήτησε από τη Νομική Υπηρεσία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης όπως εντός δεκαπενθημέρου καταθέσουν τις εισηγήσεις τους για άρση των επιφυλάξεων της Επιτροπής Νομικών.

Εξήγησε, ερωτηθείς σχετικά, ότι ο προτεινόμενος νόμος θα αφορά
διάταγμα έρευνας και επεξεργασίας σε υπολογιστές και άλλα ηλεκτρονικά μέσα γραπτής επικοινωνίας, που είτε θα κατασχεθούν είτε κατασχέθηκαν ήδη.

Προζύμι παρακολουθήσεων
Από πλευράς του, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Άριστος Δαμιανού ανέφερε ότι το νομοσχέδιο αφορά τον περιορισμό της προστασίας του απορρήτου. Συνεχίζοντας, είπε πως, παρόλο που ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας διευκρίνισαν ότι η τροποποίηση στοχεύει στην ενίσχυση της αποδεικτικότητας ενώπιον των Δικαστηρίων εναντίον όσων οδήγησαν την κυπριακή οικονομία στην καταστροφή, όταν αλλάξει η νομοθεσία στο πλαίσιο του άρθρου 17 του Συντάγματος δεν θα αφορά «μια δράκα ανθρώπους», αλλά ολόκληρη την κοινωνία.

Δήλωσε επίσης ότι «είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι, γνωρίζοντας ότι ζούμε σε μια κοινωνία που παρακολουθούνται τα πάντα», προσθέτοντας πως η άρση του απορρήτου θα πρέπει να αφορά και καθορίζει συγκεκριμένες μορφές αδικημάτων.

Εξήγησε ότι όπως κατατέθηκε η εισήγηση της Κυβέρνησης αφορά ένα ευρύ φάσμα αδικημάτων, που στην ουσία δεν μπορεί να εξαιρεθεί τίποτε, και συμπλήρωσε πως μπορεί να είναι αγαθή η πρόθεση, ωστόσο είναι δυνατό να αποτελέσει το προζύμι, ώστε να καταστούν όμηροι το σύνολο των πολιτών.

Δεν φέρει ένσταση ο Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων
Ο Εκπρόσωπος του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ανέφερε ότι ο Επίτροπος συμφωνεί με τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Υπουργό Δικαιοσύνης ότι ουδεμία ανησυχία συντρέχει για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Διευκρίνισε ενώπιον των βουλευτών ότι από τη στιγμή που καθορίζεται διαδικασία που μπορεί να προωθηθεί μόνο μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, τότε δεν υπάρχει θέμα παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, αφού θα υπάρχει και σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου.