Αγοράσθηκε 450 εκ., πωλήθηκε έναντι 7 εκ., ενώ άφησε εκατοντάδες εκατομμύρια ζημιές
Επιστολή του βουλευτή του ΔΗΚΟ Μάριου Καρογιάν για εγγραφή του θέματος στην Επιτροπή Ελέγχου αμέσως μόλις αρχίσουν οι εργασίες της Βουλής
H πώληση έναντι 7 μόλις εκατομμυρίων ευρώ της ρωσικής Uniastrum, της τράπεζας που αγόρασε η Τράπεζα Κύπρου τον Νοέμβριο του 2008 έναντι 447 εκ. ευρώ, έχει προκαλέσει -όπως ήταν αναμενόμενο- μεγάλες αντιδράσεις, μια και η αγορά τότε έγινε με την προοπτική ότι η Uniastrum θα απέδιδε κέρδη 45 εκ. ετησίως από το 2010 και μετά. Όπως όμως απεδείχθη, η ρωσική θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου μόνον ζημιές προκαλούσε.
Η ίδια η Τράπεζα Κύπρου, στην ετήσια έκθεσή της για το 2014, ανακοίνωσε ότι το τρίτο τρίμηνο του 2014 και στις αρχές του 2015 είχαν αναγνωρισθεί, λόγω Uniastrum, ζημιές 289 εκ. από επισφάλειες.
To αποκορύφωμα φυσικά ήταν η τιμή πώλησης, η οποία ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αγορά της Uniastrum είχαν εξ αρχής προκληθεί αντιδράσεις, ενώ αργότερα, και συγκεκριμένα μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Νίκο Αναστασιάδη, είχε διαταχθεί και έρευνα για τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφασίσθηκε η εξαγορά της ρωσικής τράπεζας.
Η έρευνα αυτή ουδέποτε ανακοινώθηκε αν άρχισε κι αν ολοκληρώθηκε, παρά το γεγονός ότι στις αρχές Ιουνίου του 2013 είχαν γίνει και επίσημες δηλώσεις από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη ότι «θα άρχιζε αμέσως η διερεύνηση της υπόθεσης Uniastrum». Όπως είχε πει ο Πέτρος Κληρίδης, η διερεύνηση θα γινόταν στη βάση καταγγελιών που περιέχονταν σε έκθεση, την οποία είχε ετοιμάσει ο διεθνής οίκος Alvarez & Marsal, ενώ σημείωνε ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης τού είχε ζητήσει να προχωρήσει σε διορισμό ποινικών ανακριτών και ότι είχε συζητήσει το θέμα και με τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
Οι δηλώσεις Π. Κληρίδη έγιναν μετά που ο τότε Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Μάριος Καρογιάν τού είχε παραδώσει επιστολή, με την οποία ζητούσε επίσημα τη διερεύνηση της εξαγοράς της ρωσικής τράπεζας.
Συζητείται στη Βουλή
Χθες σε δηλώσεις του στην εφημερίδα μας ο Μάριος Καρογιάν ανέφερε πως δεδομένου ότι από το 2013 και μετά καμία έρευνα δεν έγινε, θα ζητήσει συζήτηση του θέματος στη Βουλή.
«Έχω ήδη επικοινωνήσει με τον Πρόεδρο της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, βουλευτή Γιώργο Γεωργίου», μας είπε, «και τον ενημέρωσα ότι θα του αποστείλω σήμερα κιόλας επιστολή, με την οποία θα ζητώ τη συζήτηση του θέματος αμέσως μόλις επαναρχίσουν οι εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Είναι σκανδαλώδες μετά από δύο ολόκληρα χρόνια, μετά την επίδοση της επιστολής μου στον τέως Γενικό Εισαγγελέα, να μην έχει ακόμα αρχίσει έστω και στοιχειώδης έρευνα της υπόθεσης», τόνισε.
«Κάτι παράνομο έγινε»
Να υπενθυμίσουμε ότι στην επιστολή της 6ης Ιουνίου 2013 ο Μάριος Καρογιάν ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης των Alvares & Marsal, «φαίνεται ότι κάτι δεν πήγε καλά, κάτι παράνομο έγινε, γεγονός που υπαγορεύει να ζητήσω την ποινική διερεύνηση του θέματος».
Ο κ. Καρογιάν σημείωνε επίσης και τα ακόλουθα «κραυγαλέα στοιχεία», όπως τα χαρακτήριζε, «τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενδεχομένως να υπάρχουν ποινικές ευθύνες που πρέπει να εντοπιστούν και να αποδοθούν».
Σύμφωνα με την επιστολή, θα έπρεπε να διερευνηθεί η οικονομική κατάσταση της Uniastrum και η σπουδή της Τράπεζας Κύπρου να κλείσει τη συμφωνία, το ενδεχόμενο παραπλάνησης του διοικητικού συμβουλίου της, η παροχή οικονομικής βοήθειας από την Τράπεζα Κύπρου προς την Uniastrum πριν από το κλείσιμο της συμφωνίας, η παραχώρηση έγκρισης από την Κεντρική Τράπεζα για την εξαγορά, πριν από την ετοιμασία due diligence (διαγνωστικού ελέγχου), η αποκλειστική διαχείριση της Uniastrum από τους δύο μετόχους της με απόλυτες εξουσίες, η έλλειψη ρευστότητας στη Uniastrum, το κακό χαρτοφυλάκιο της ρωσικής τράπεζας, η ζημιογόνα απόδοσή της καθώς και η πληρωμή κρυφών μισθών στο προσωπικό της.
Στην επιστολή του ο Μ. Καρογιάν ανέφερε επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε παραγνωρίσει τότε τη συμβουλή των δικηγόρων της, ότι η εξαγορά, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο, έπρεπε να εγκαταλειφθεί ή να συζητηθεί σημαντική μείωση της τιμής της.
Ο κ. Καρογιάν σημείωνε και το γεγονός ότι με βάση την έκθεση των Α&Μ προέκυπταν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Κεντρική Τράπεζα χειρίστηκε το θέμα, ενώ κατέγραφε και το εύρημα της έκθεσης των Α&Μ πως «υπάρχουν καταθέσεις ότι πληρώθηκε και διαμοιράστηκε ποσό 50 εκ. ευρώ σε ορισμένα πρόσωπα».
Μετά την επιστολή Καρογιάν ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος είχε δηλώσει
μάλιστα ότι η όλη υπόθεση «ίσως αποδειχθεί μεγάλο σκάνδαλο».
Τα ευρήματα της Α&Μ
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από το 2013 είχαν αρχίσει να δημιουργούνται ερωτηματικά για την καθυστέρηση με την οποία αποφασίσθηκε η διερεύνηση των συμπερασμάτων του διεθνούς οίκου Α&Μ για την εξαγορά της Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου. Η έκθεση των Α&Μ παραδόθηκε στην Κεντρική Τράπεζα στις 26 Μαρτίου κι αναμενόταν ότι αμέσως μετά θα εδίνετο στον Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη, ώστε να τη μελετήσει και να αποφασίσει αν υπήρχαν ποινικά αδικήματα ή έστω ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των πορισμάτων της έκθεσης.
Στην απόρρητη έκθεσή τους ο οίκος Α&Μ ανέφερε, μεταξύ άλλων, για την εξαγορά της Uniastrum, ότι κατά την έρευνα που διενήργησε πήρε εμπιστευτικές δηλώσεις, οι οποίες όμως αποτελούσαν φήμες, ότι κάποιοι είχαν πάρει μίζες για την εξαγορά. Συγκεκριμένα, όσοι μίλησαν στους Α&Μ είπαν πως πέντε διαφορετικά άτομα είχαν μοιραστεί 50 εκ. ευρώ. Ο διεθνής οίκος όμως στα συμπεράσματά του αναφέρει ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τις φήμες, παρά το γεγονός ότι πήρε συνεντεύξεις από πάρα πολλά άτομα, μεταξύ των οποίων και αξιωματούχοι της Τράπεζας Κύπρου.
Πάντως οι Α&Μ επεσήμαναν ότι «είναι δυνατόν να εντοπισθούν νέα ευρήματα, αν οι διωκτικές Αρχές καταφέρουν να εξασφαλίσουν αποδείξεις πληρωμών σχετικά με την εξαγορά».
ΠΑΣΕΧΑ: Εκατοντάδες εκατομμύρια
Χθες ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επενδυτών Χρηματοοικονομικών Αξιών (ΠΑΣΕΧΑ) κατάγγειλε, με ανακοίνωσή του, ολιγωρία από τη Νομική Υπηρεσία σε σχέση με την υπόθεση της Uniastrum, ενώ μίλησε και για συσσωρευμένη συνολική ζημιά πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων σε βάρος των παλαιών μετόχων, κατόχων αξιογράφων αλλά και καταθετών.




