ΜΟΝΤΕΛΟ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ «BAIL IN» ΤΥΠΟΥ ΛΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ
Όλα κρίνονται από τα «κόκκινα» δάνεια και την κατάσταση της οικονομίας - Stress tests, καθορισμός κεφαλαιακών αναγκών και μετά ανακεφαλαιοποίηση
Συστημικές οι ελληνικές τράπεζες - η μια πληρώνει τις αμαρτίες της άλλης - Τι θα γινόταν, αν οι τράπεζες διατηρούσαν τα δίκτυα καταστημάτων στην Ελλάδα μέχρι τώρα
Η καθαρή αξία των τραπεζών (net asset value) υπολογίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχεδόν 8 δις ευρώ
Πώς ο τροχός γυρίζει και το σενάριο Κύπρου εφαρμόζεται στην Ελλάδα
Η Ελλάδα περνά εφιαλτικές στιγμές. Η συμφωνία με τους Θεσμούς βρίσκεται ακόμη σε πολύ εύθραυστη καμπή. Κάθε μέρα που περνά, άλλη μια βαθιά αναπνοή έρχεται να κρατήσει στη ζωή το ετοιμοθάνατο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την αιμορραγούσα οικονομία και τους τραυματισμένους σοβαρά Έλληνες πολίτες, φορολογουμένους, συνταξιούχους και ανέργους. Ούτε και ο καλύτερος γνώστης του τρόπου σκέψης και λειτουργίας των Θεσμών, των οικονομιών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν μπορεί να προβλέψει την επόμενη μέρα που ξημερώνει για την Ελλάδα, την Ευρωζώνη και ολόκληρο τον πλανήτη, από την αποτυχία της τελευταίας ευκαιρίας που δίνεται στη χώρα.
Ο Αλέξης Τσίπρας, που βγαίνει λαβωμένος από φίλια πυρά, καταβάλλει προσπάθειες για να ελέγξει την κατάσταση, εντός της χώρας πια, αλλά και να διατηρήσει τα κανάλια επικοινωνίας με τους ξένους, χωρίς βέβαια να μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ, ακούγοντας στ' αφτιά του τα λόγια του αδίστακτου Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: «Η Ελλάδα θα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη προσωρινά».
Το πιστόλι στον κρόταφο
Η υλοποίηση του νέου σκληρού Μνημονίου, του μεγαλύτερου «πειράματος» των τελευταίων χρόνων, σε μια περίοδο που η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση χρεοκοπίας και πνέει τα λοίσθια, δεν… σώζει μόνο τη χώρα αλλά ουσιαστικά συντηρεί και το λαβωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ένα σύστημα που φαινόταν πως δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα, αλλά που επιδεινώθηκαν μετά τις μεγάλες εκροές καταθέσεων, τους ελέγχους στη διακίνηση κεφαλαίων, το στράγγισμα από ρευστότητα και την αύξηση των «κόκκινων» δανείων.
Ως νέος Νίκος Αναστασιάδης, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας αναγκάστηκε, μετά από μεγάλη ωστόσο αντίσταση, να δώσει το «πράσινο» φως για τη συμφωνία, καθώς οι Θεσμοί, με ένα πιστόλι μόνιμα στον κρόταφο, τον απειλούσαν ότι θα κλείσουν τη στρόφιγγα του ELA, οδηγώντας σε πλήρη κατάρρευση και κλείσιμο τις ελληνικές τράπεζες. Κανένας δεν μπορεί, ακόμη και τώρα, να υπολογίσει τους κραδασμούς στο σύστημα από μια τέτοια ενέργεια. Έτσι, παρ' όλον που οι δηλώσεις και οι αντιδηλώσεις παρουσιάζουν τις τράπεζες να ανοίγουν από βδομάδας και να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τους πελάτες τους, το πείραμα της Κύπρου γι’ αναλήψεις με το σταγονόμετρο εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη και άμεσες προοπτικές για τον χρόνο που η κατάσταση θα επαναφερθεί στην ομαλότητα.
Πώς θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση
Το σημαντικότερο και καθοριστικότερο για την Ελλάδα και για την επιτυχία, όχι μόνο για υλοποίηση των σκληρών μέτρων, αλλά και για τη σταδιακή επαναφορά της χώρας στην ανάπτυξη, είναι και η συμπεριφορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι ελληνικές τράπεζες είναι συστημικές και τις αμαρτίες της μιας τις πληρώνουν και οι υπόλοιπες. Οι Θεσμοί, στο πλαίσιο της συμφωνίας, έχουν δεσμευθεί να στηρίξουν τις τράπεζες, όχι μόνο αφήνοντας ανοικτή την αντλία του ELA, αλλά καλύπτοντας και την ανακεφαλαιοποίησή τους. Με τη συμφωνία η Ελλάδα θα λάβει 125 δις ευρώ ως ρευστότητα (88,6 δις ELA και 36 δις απευθείας εξάρτηση, ίσον με 36% του ενεργητικού των τραπεζών) και χρηματοδότηση των τραπεζών με 10-25 δις ευρώ για διάσωση και ανακεφαλαιοποίησή τους.
Η νέα ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει με την κεφαλαιακή ενίσχυση των βιώσιμων τραπεζών και τη διάσπαση-εκκαθάριση των μη βιώσιμων, περιορίζοντας, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, ένα «κούρεμα» όλων των καταθέσεων που διατηρούν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.
Και ‘bail in’
Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει την τελευταία κοινοτική οδηγία που αναθεωρήθηκε το 2014, σύμφωνα με την οποία ένα ποσοστό 8% των αναγκών μιας τράπεζας θα καλυφθεί με ‘bail in’ από τις υποχρεώσεις της, κατά προτεραιότητα από τους μετόχους, τους κατόχους ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης, και, αν αυτό δεν επαρκεί, με την επιβάρυνση των κατόχων κύριων ομολόγων και των καταθετών που δεν καλύπτονται από την εγγύηση των 100.000 ευρώ.
Να σημειωθεί πως η οδηγία αυτή προνοεί μεν το ‘bail in’, αλλά προστατεύει τις «εγγυημένες καταθέσεις» (καταθέσεις μέχρι 100.000 ευρώ για κάθε καταθέτη - ανά πιστωτικό ίδρυμα). Το «κούρεμα» των καταθέσεων για λογαριασμούς πάνω από 100.000 ευρώ δεν δικαιολογείται από τα δεδομένα και αποτελεί ένα απομακρυσμένο σενάριο. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει επαρκής πρόβλεψη για το άμεσο μέλλον.
Η ΕΚΤ, σε συνεργασία με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, θα αξιολογήσουν πολύ πιθανόν μετά το καλοκαίρι την κατάσταση των τραπεζών, διενεργώντας ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test), και θα καθορίσουν τις κεφαλαιακές ανάγκες της κάθε τράπεζας. Μέρος των αναγκών θα καλυφθεί από τις ίδιες τις τράπεζες (πωλήσεις θυγατρικών, μείωση εξόδων, κλείσιμο τραπεζών σε αγορές του εξωτερικού). Για το υπόλοιπο ποσό θα γίνουν προσπάθειες να εντοπιστούν και να συνεισφέρουν ιδιώτες μέτοχοι.
Μοντέλο Λαϊκής
Αν οι τράπεζες δεν προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, τότε θα τεθεί σε εφαρμογή το 'bail in', και όσες κριθούν βιώσιμες θα ανακεφαλαιοποιηθούν από το πακέτο των 25 δις ευρώ. Στη συνέχεια θα γίνει διάσπαση, όπως στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας, σε κακή Τράπεζα που περνά σε εκκαθάριση και σε καλή (καταθέσεις και εξυπηρετούμενα δάνεια) που θα μεταφερθούν σε άλλη τράπεζα. Αν οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιηθούν μόνο από τον δημόσιο τομέα, τότε οι τράπεζες θα περάσουν σε ιδιώτες, όταν και εφόσον επαναφερθεί η εμπιστοσύνη και η σταθερότητα στο σύστημα.
Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch, σε ανάλυσή του, αναφέρει ότι η ενσωμάτωση της οδηγίας για την εξυγίανση τραπεζών (Bank Recovery and Resolution Directive-BRRD) καταδεικνύει ότι η αναδιάρθρωση και η εξυγίανση των ελληνικών τραπεζών θα γίνει με ‘bail in’ των μη εξασφαλισμένων ομολόγων. Πάντως, το κύριο ζητούμενο σε όλα αυτά είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) και η επανάκαμψη της οικονομίας.
Τα ΜΕΔ καθορίζουν τα κεφάλαια
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Μηχανισμός SSM εκτιμούν πως τα προβληματικά δάνεια θα αυξάνονται κατακόρυφα, εφόσον αυξάνεται η ανεργία, μειώνονται οι μισθοί και η αγορά βρίσκεται σε ύφεση. Η αναγνώριση των NPLs καθορίζουν και τις κεφαλαιακές ανάγκες της κάθε τράπεζας και οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο γεγονός ότι τα ΜΕΔ θα φθάσουν στο 50% (105 δις ευρώ προβληματικά δάνεια, από 86 δις το πρώτο τρίμηνο του 2015), εξαιτίας της αύξησης της ύφεσης και των ελέγχων στη διακίνηση κεφαλαίων. Ο δείκτης κάλυψης των δανείων με προβλέψεις φτάνει στο 55%, που σημαίνει πως οι τράπεζες χρειάζονται 9 δις ευρώ πρόσθετα κεφάλαια.
Να σημειώσουμε πως τα ΜΕΔ αλλάζουν άρδην την εικόνα και την κατάσταση ενός χρηματοπιστωτικού οργανισμού, πόσω μάλλον ενός οργανισμού που βρίσκεται σε κατάσταση capital controls. Μόνο οι απώλειες κεφαλαίων από την εφαρμογή των περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων φτάνουν τα 13,8 δις ευρώ, περιορίζοντας στο 50% την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος.
Η ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει σε ποσοστό 100%, εξαιτίας όχι μόνο των ελέγχων στη διακίνηση κεφαλαίων και της αύξησης των ΜΕΔ, αλλά και λόγω αναβαλλόμενου φόρου. Ο αναβαλλόμενος φόρος επέτρεπε μέχρι σήμερα στις τράπεζες να αντισταθμίσουν τις ζημίες από τα κέρδη των επόμενων χρόνων. Αντιπροσωπεύει από το 42% - το 57% του βασικού δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών.
Γλυτώσαμε την «τρύπα» των 3 δις ευρώ και βάλε!
Μια «τρύπα» 3 δις ευρώ θα «φορτωνόταν», πάντως, η Κύπρος, σε περίπτωση που οι κυπριακές τράπεζες συντηρούσαν μέχρι σήμερα τα υποκαταστήματά τους στην Ελλάδα. Η μεγάλη κρίση των τελευταίων ημερών και το χλομό τοπίο σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα, επαναφέρει στην επιφάνεια το θέμα της αμφισβητούμενης πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών. Η πώληση τέθηκε από την Ε.Ε. ως προϋπόθεση για την έγκριση του πακέτου βοήθειας προς την Κύπρο.
Τεχνοκράτες των τραπεζών που έζησαν εκείνες τις εφιαλτικές στιγμές του 'κουρέματος' και τις δύσκολες μέρες που πέρασε το χρηματοπιστωτικό σύστημα πριν από τις αποφάσεις του Eurogroup, σχολιάζουν πως «εάν αυτήν τη στιγμή τα υποκαταστήματα των τραπεζών λειτουργούσαν στην Ελλάδα, θα ήταν ένας πραγματικός εφιάλτης».
Φόρτωμα
Πρόσθεταν πως κάτι τέτοιο όχι μόνο θα παρέσυρε τις θυγατρικές τράπεζες της Κύπρου, αλλά θα 'φόρτωνε' τους Κυπρίους φορολογουμένους με πρόσθετα 3 δις ευρώ. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος εφιάλτης θα ήταν ο κίνδυνος να καταταχθούν ως 'αφερέγγυες' οι τράπεζες, όπως απειλείται αυτήν τη φορά το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα.
Επαφές
Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθορίζοντας το πλαίσιο όρων πώλησης των υποκαταστημάτων, αποτίμησε τα δάνεια, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις αναμενόμενες ζημιές που υπολόγισε η PIMCO κάτω από το ακραίο σενάριο. Η αποτίμηση των δανείων είχε χρησιμοποιηθεί και σε άλλες εξαγορές τραπεζών στην Ελλάδα.
Με τους όρους πώλησης συμφώνησε και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αφού, όπως είχε δηλώσει, υπό τις περιστάσεις, ήταν το καλύτερο που μπορούσε να επιτευχθεί. Το τίμημα και οι όροι πώλησης επικυρώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας στο πλαίσιο των δύο Eurogroup του Μαρτίου, ως μέρος της τελικής συμφωνίας.
Τίμημα πώλησης
Μετά από πολιτική παρέμβαση, επιτεύχθηκε βελτίωση στο τίμημα πώλησης σε σχέση με τη συμφωνία στο πρώτο Eurogroup. Οι πραγματοποιηθείσες ζημιές που αφορούσαν το δανειακό χαρτοφυλάκιο που πωλήθηκε δεν επηρέασαν το κεφαλαιακό έλλειμμα των τραπεζών, καθώς αυτές περιλαμβάνονταν στους υπολογισμούς της PIMCO. Οι τράπεζες θα έπρεπε ούτως ή άλλως να εξεύρουν τα αντίστοιχα κεφάλαια, για να καλύψουν τις ζημιές αυτές.
Η επιλογή της Τράπεζας Πειραιώς, ως του αγοραστή, έγινε από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο κατέβαλε στον αγοραστή τα απαιτούμενα κεφάλαια που προέκυψαν από την εξαγορά αυτή. Όπως ανακοινώθηκε και δηλώθηκε σε διάφορες Επιτροπές, «η Κύπρος δεν είχε καμία ανάμιξη στην επιλογή του αγοραστή. Για την κυπριακή πλευρά δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ των υποψήφιων αγοραστών, καθώς οι όροι πώλησης ήταν συμφωνημένοι και δεν διαφοροποιούνταν ανάλογα με τον αγοραστή».
Δεν υπήρχε επιλογή
Η Κεντρική Tράπεζα της Κύπρου είχε συμφωνήσει με την πώληση αυτήν καθώς, κάτω από τις συνθήκες στις οποίες επιβλήθηκε, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση. Το θέμα της πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την έγκριση του πακέτου στήριξης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε στις 21 Μαρτίου 2013 την απόφασή της να παγώσει, μέχρι τις 25 Μαρτίου 2013, τον ELA στο επίπεδο που ήταν τότε. Η συνέχιση της παροχής του θα εξεταζόταν μόνον αν υπήρχε πρόγραμμα στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο θα παρείχε διαβεβαιώσεις για φερεγγυότητα των τραπεζών.
Κατάρρευση
Με τις αποφάσεις αυτές, οι τράπεζες που θα στηρίζονταν στον ELA δεν θα μπορούσαν να λάβουν πρόσθετη ρευστότητα και σε περίπτωση απόσυρσης καταθέσεων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν, θα κατέρρεαν και θα ενεργοποιείτο το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων για να πληρώσει τους ασφαλισμένους καταθέτες, με ολέθριες συνέπειες σε όλο το τραπεζικό σύστημα και στην ίδια την Κυβέρνηση.
Από τη στιγμή που η Κύπρος θα προχωρούσε με συνεισφορά των ανασφάλιστων καταθετών στην ανακεφαλαιοποίηση των δύο τραπεζών, τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να ξανανοίξουν. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είχε εξηγήσει πως «δεν θα είχε τη δυνατότητα να επιβάλει σε αυτά περιορισμούς στη διακίνηση κεφαλαίων, θα υπήρχαν μαζικές αποσύρσεις καταθέσεων, με αποτέλεσμα την κατάρρευση των τραπεζών και την ενεργοποίηση του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων της Κύπρου». Οι ασφαλισμένες καταθέσεις στα ελληνικά υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών είχαν υπολογιστεί σε περίπου €9 δις.
Οι απώλειες των 4 δις
Να σημειωθεί πως οι ισολογισμοί των τριών τραπεζών, της Λαϊκής, της Ελληνικής και της Τράπεζας Κύπρου, έφθασαν στο οκταπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας. Με το πρώτο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους οι τράπεζες είχαν απώλειες 4 δις ευρώ, 1/4 του ΑΕΠ της χώρας.
Η καθαρή αξία των τραπεζών (net asset value) υπολογίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχεδόν 8 δις ευρώ. Σύμφωνα με όσα κατέθεσαν αργότερα στελέχη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, η πρόταση των μεσολαβητών υποτίμησε συστηματικά την αξία των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα.
Έτσι, η αξία των περιουσιακών στοιχείων που πωλήθηκαν αποτιμήθηκε στα 3 δις ευρώ. Οι κυπριακές τράπεζες υποχρεώθηκαν να δώσουν τα ελληνικά τους υποκαταστήματα στην τιμή των 524 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




