Μια συμφωνία θα απαιτούσε δύσκολες αποφάσεις και από τις δύο πλευρές
Νέο καμπανάκι σε σχέση με το ελληνικό χρέος κτύπησε χθες το ΔΝΤ, την ώρα που οι Γερμανοί δεν θέλουν να ακούσουν οτιδήποτε γύρω από αυτό το θέμα
Την ώρα που διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας σε ένα νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα συνεχίζονται και μάλιστα με εντατικό ρυθμό, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνεχίζει να κτυπά καμπανάκια κινδύνου τόσο για την οικονομία της χώρας όσο και για τη βιωσιμότητα του χρέους της.
Σε έκθεσή του για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές, την οποία παρουσίασε χθες ο Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ταμείου, Ολιβιέ Μπλανσάρ, το ΔΝΤ εκτιμά πως το δημοψήφισμα και η πρόσφατη τραπεζική αργία, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές, αλλά και τη φύση μιας ενδεχόμενης μελλοντικής στήριξης της χώρας από τη διεθνή κοινότητα, οδήγησαν σε σημαντικά υψηλότερα spreads για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, ειδικά στις βραχυχρόνιες διάρκειες. Επισημαίνει, ωστόσο, πως ο αντίκτυπος από την ελληνική κρίση εκτός Ελλάδας ήταν περιορισμένος.
«Οι αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών ήταν σχετικά υποτονικές, με κάποια μείωση στις τιμές των στοιχείων ενεργητικού υψηλού κινδύνου και μια μέτρια αύξηση των τιμών των κρατικών ομολόγων που θεωρούνται ασφαλές καταφύγιο», σημειώνει η έκθεση.
Άλλα σημεία της έκθεσης
Υπό το πιο πάνω πρίσμα το ΔΝΤ σημειώνει πως η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές είναι σε καλό δρόμο, εν μέσω ανάκαμψης της εγχώριας ζήτησης και του πληθωρισμού. «Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω για πολλές οικονομίες της ζώνης του ευρώ, αλλά στην Ελλάδα, τα εν εξελίξει γεγονότα είναι πιθανό να οδηγήσουν σε ένα πολύ βαρύτερο τίμημα (heavier toll) για την οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες», αναφέρει το ΔΝΤ και υποδεικνύει εμφατικά πως οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν έχουν, μέχρι στιγμής, οδηγήσει σε σημαντική «μόλυνση» όσον αφορά στην αγορά κρατικών ομολόγων.
« Η έγκαιρη λήψη μέτρων θα πρέπει να βοηθήσει στη διαχείριση των κινδύνων αυτών, εάν επρόκειτο να ενσκήψουν», σημειώνει και υπογραμμίζει πως παραμένουν ορισμένοι κίνδυνοι για επανεμφάνιση εντάσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ προειδοποιεί πως η περαιτέρω ανατίμηση του δολαρίου θα δημιουργούσε κινδύνους, ιδιαίτερα σε ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες.
Δύσκολες αποφάσεις και από τους δύο
Κατά την παρουσίαση της πιο πάνω έκθεσης, ο κ. Μπλανσάρ προχώρησε στην αποσαφήνιση ότι μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα ήταν πολύ επώδυνη για τη χώρα, υπογραμμίζοντας πως η εν εξελίξει ελληνική κρίση δεν έχει οδηγήσει σε μόλυνση τύπου Lehman Brothers. Στην τελευταία του συνέντευξη Τύπου ως Επικεφαλής Οικονομολόγος του ΔΝΤ και παρουσιάζοντας την αναθεωρημένη έκθεση του ΔΝΤ για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές (WEO) χαρακτήρισε «τραυματικά» τα γεγονότα στην Ελλάδα ξεκαθαρίζοντας πως οι Θεσμοί εργάζονται για να αποφευχθεί μια ελληνική έξοδος από το ευρώ. «Ελπίζουμε και εργαζόμαστε σε μια συμφωνία που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα υπέφερε, υποφέρει και ενδεχομένως να υπέφερε παραπάνω σε περίπτωση Grexit», υπέδειξε και τόνισε πως μια συμφωνία θα απαιτούσε δύσκολες αποφάσεις και από τις δύο πλευρές.
Όπως είπε, θα απαιτούσε δημοσιονομικά μέτρα και μεταρρυθμίσεις από την ελληνική πλευρά, αλλά και χρηματοδότηση και πρωτοβουλίες για το χρέος από τους Ευρωπαίους. Εξέφρασε δε την εκτίμηση πως η κατάσταση στην ελληνική οικονομία επιδεινώθηκε τόσο από την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, όσο και μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ενώ ερωτηθείς ειδικά για τις επιπτώσεις των κεφαλαιακών ελέγχων στην ελληνική οικονομία είπε πως σε αυτό το στάδιο είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις. «Τα ελληνικά νούμερα αυτήν τη χρονιά θα είναι πολύ κακά, αλλά δεν θα σας τα δώσω», σημείωσε, ενώ χαρακτήρισε την Ελλάδα ως παράδειγμα προς αποφυγήν. «Η Ελλάδα και το Πουέρτο Ρίκο μάς θυμίζουν τους κινδύνους του υψηλού χρέους», είπε, και προειδοποίησε πως «υπάρχουν και άλλες εν δυνάμει Ελλάδες σε όλο τον κόσμο».
Ορθά δόθηκε η έκθεση για το χρέος
Σε μιαν άλλη εξέλιξη, η Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ από το βήμα εκδήλωσης του Ινστιτούτου Brookings υπεραμύνθηκε της κίνησης του Ταμείου να προχωρήσει στη δημοσιοποίηση έκθεσης για το ελληνικό χρέος. Κληθείσα να σχολιάσει την κριτική που ασκήθηκε σε βάρος του ΔΝΤ, ότι η έκθεση αξιοποιήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση για να κερδίσει το δημοψήφισμα, υπέδειξε πως η δημοσιοποίησή της έγινε για λόγους διαφάνειας. «Ο λόγος που δημοσιεύσαμε τη μελέτη βιωσιμότητας του χρέους ήταν διότι μία ανάλυση δύο σελίδων αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα την οποία οι Έλληνες πολίτες συμβουλεύονταν για να καθορίσουν τη στάση τους στο δημοψήφισμα. Αυτή είχε παραχθεί από τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς και για όσους γνωρίζετε το ΔΝΤ, δεν είναι αυτός ο τυπικός τρόπος με τον οποίον εμείς ετοιμάζουμε μιαν ανάλυση βιωσιμότητας. Θεωρήσαμε λοιπόν ότι θα ήταν ειλικρινές και διαφανές να δημοσιοποιήσουμε επίσης τη δική μας ανάλυση, ώστε όλοι να έχουν πρόσβαση σε αυτήν», τόνισε η κ. Λαγκάρντ.
Δεν συζητούν «κούρεμα» οι Γερμανοί
Ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εξέφρασε τη θέση πως ένα κούρεμα του ελληνικού χρέους αντίκειται στους κανονισμούς της Ευρωζώνης. Σε δηλώσεις του ο κ. Σόιμπλε τόνισε πως η Ελλάδα πρέπει να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο προαπαιτουμένων, προκειμένου να εξασφαλίσει τη στήριξη των εταίρων της, εκφράζοντας, μάλιστα, επιφύλαξη σχετικά με το αν τα προαπαιτούμενα μπορούν να εφαρμοστούν εγκαίρως. Παραδέχθηκε την ίδια ώρα ότι το ΔΝΤ έχει δίκαιο όταν λέει ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους δεν είναι εφικτή χωρίς «κούρεμα», αλλά απέρριψε το ενδεχόμενο, λέγοντας ότι θα συνιστούσε παραβίαση των κανόνων της Ευρωζώνης.
Το περιθώριο που έχουμε χάρη στην αναδιάρθρωση ή αναδιαμόρφωση του χρέους είναι πολύ μικρό και τις επόμενες μέρες θα συζητήσουμε, βεβαίως, αν υπάρχει ακόμη τέτοια επιλογή. Σε σχέση με την επιβολή περιοριστικών μέτρων στις ελληνικές τράπεζες επισήμανε ότι είναι άγνωστο πότε θα αρθεί, τονίζοντας, παράλληλα, ότι οι τραπεζικοί κίνδυνοι πρέπει να απομονωθούν από τους κυρίαρχους κινδύνους. Όσον αφορά τον νέο Έλληνα ομόλογό του, ο κ. Σόιμπλε δήλωσε ότι έχει πιο «συμβατική συμπεριφορά από τον προκάτοχό του» και σημείωσε ότι κατά την πρώτη τους συνάντηση τον συμβούλευσε να προχωρήσει με τις μεταρρυθμίσεις. Απαντώντας δε σε ερωτήσεις σχετικά με τις παραινέσεις Αμερικανών αξιωματούχων να προχωρήσει η Ευρωζώνη σε διαγραφή του ελληνικού χρέους, όπως έγινε με το γερμανικό χρέος το 1953, ο κ. Σόιμπλε υποστήριξε ότι οι δύο περιπτώσεις δεν είναι συγκρίσιμες και χαρακτήρισε τη σύγκριση παραπλανητική, καθώς «η κατάσταση τότε δεν αφορούσε τη συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση».
«Οι Αμερικανοί δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει νομισματική ένωση», τόνισε, και αποκάλυψε ότι πρόσφατα είπε στον Αμερικανό Υπουργό Οικονομικών, Τζακ Λιου, ότι η Ευρώπη θα ήταν έτοιμη να δεχθεί το Πουέρτο Ρίκο στην Ευρωζώνη, εάν οι ΗΠΑ δέχονταν την Ελλάδα στην περιοχή του δολαρίου. «Νόμιζε ότι αστειευόμουν», δήλωσε χαρακτηριστικά. Νωρίτερα, η Γερμανίδα Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ είχε δηλώσει πως ένα «κούρεμα» των ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα είναι εκτός συζήτησης. «Το 2012 ασχοληθήκαμε με το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους. Επιμηκύναμε τις ωριμάνσεις, αναβάλαμε την απαίτηση αποπληρωμής για τα δάνεια του EFSF έως το 2020. Δεν αντιμετωπίζουμε λοιπόν το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους για πρώτη φορά. Έχω δηλώσει πως ένα κλασικό κούρεμα είναι για μένα εκτός συζήτησης και αυτό δεν έχει αλλάξει από χθες μέχρι σήμερα», πρόσθεσε η κ. Μέρκελ.




