Ζοφερές προβλέπονται οι μέρες για την Ελλάδα μετά το δημοψήφισμα της Κυριακής
Το ΔΝΤ με προκαταρκτική έκθεσή του δεν αποκλείει «κούρεμα» του ελληνικού χρέους κατά 30%, αφού προβλέπει πως η χώρα θα χρειαστεί 52 δις σε μια επταετία, ενώ τη Δευτέρα η ΕΚΤ καθορίζει την τύχη των τραπεζών


Ενώ η Ελλάδα βαδίζει προς το δημοψήφισμα, για το οποίο ουδείς μπορεί να πει με σιγουριά ποιο θα είναι το αποτέλεσμα και η κατάληξη μετά από αυτό, οι τράπεζες της χώρας είναι κλειστές και στο εσωτερικό μαίνεται έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κτυπά το καμπανάκι του κινδύνου για το ελληνικό χρέος μη αποκλείοντας, μάλιστα, την πιθανότητα κουρέματος. Σε προκαταρκτική έκθεση που ετοίμασε ανώτερος αξιωματούχος του Ταμείου, πριν από το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών, εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί από τον Οκτώβρη έως τα τέλη του 2018 επιπρόσθετη χρηματοδότηση 51,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ υπάρχει εισήγηση για υπερδιπλασιασμό της περιόδου χάριτος στα 20 χρόνια, διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων και πιθανό κούρεμα της τάξης του 30% του ΑΕΠ, με σκοπό να καταστεί βιώσιμο το χρέος. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην έκθεση, τα 36 επιπλέον δισεκατομμύρια θα πρέπει να διατεθούν από την Ευρωζώνη.

Η έκθεση
Στην έκθεση, αφού αναλύεται η ισχύουσα κατάσταση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν τις συνέπειες από τον τερματισμό του προγράμματος οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα, καθώς και το κλείσιμο των τραπεζών, εκτιμάται ότι σε χρονικό ορίζοντα 7ετίας το μεγαλύτερο πρόβλημα που καθιστά το χρέος μη βιώσιμο είναι η σταδιακή αντικατάσταση του φθηνού δανεισμού από την Ευρωζώνη, με τον ακριβό δανεισμό από τις αγορές. «Δεδομένης της εύθραυστης δυναμικής του χρέους, περαιτέρω παραχωρήσεις είναι απαραίτητες για την ανάκτηση της βιωσιμότητας του χρέους», τονίζεται και για τον λόγο αυτό το ΔΝΤ εισηγείται:

- διπλασιασμό της περιόδου χάριτος στα 20 χρόνια (από 10 που είναι τώρα) των δανείων από την Ευρωζώνη.
- διπλασιασμό του χρόνου αποπληρωμής των δανείων αυτών στα 40 έτη (από 20 που είναι σήμερα).
- διατήρηση των υφιστάμενων χαμηλών επιτοκίων δανεισμού για τα νέα δάνεια ύψους 51,9 δισ. ευρώ που χρειάζεται η Ελλάδα έως το τέλος του 2018.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τονίζει το ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έχει «μεγάλες πιθανότητες» να είναι βιώσιμο, επειδή στηρίζεται σε ρεαλιστικότερες απ' ό,τι προηγουμένως υποθέσεις.

Πότε θα χρειαστεί «κούρεμα»
Εξάλλου το ΔΝΤ, έχοντας ως γνώμονα το χειρότερο σενάριο του μοντέλου, με τα πρωτογενή πλεονάσματα να υποχωρούν στο 2,5% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και με χαμηλότερη ανάπτυξη (στο 1% ετησίως), τονίζει πως όχι απλώς δεν επαρκεί η χρηματοδότηση της χώρας και τα προβλεπόμενα μέτρα για να διατηρηθεί το χρέος βιώσιμο, αλλά είναι αναγκαίο ένα «σημαντικό ‘κούρεμα’, με πλήρη διαγραφή των 53,1 δις ευρώ των διμερών δανείων του πρώτου Μνημονίου ή κάτι αντίστοιχο. Στην περίπτωση που το ύψος του χρέους μειωνόταν αμέσως, εξαιτίας της χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης και των περιορισμένων πρωτογενών πλεονασμάτων, πάλι δεν θα υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες περαιτέρω μείωσης», επισημαίνεται.

Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων για τη σχετική αναφορά, στέλεχος του ΔΝΤ παρουσίασε με ακόμη πιο μελανά χρώματα την κατάσταση. «Η Ελλάδα έχει πλέον αισθητά μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες. Η δε αδυναμία της να απορροφήσει πρόσθετο χρέος είναι δεδομένη», πρόσθεσε, ξεκαθαρίζοντας πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να συμφωνήσουν σε μιαν «αποτελεσματική αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους (comprehensive operation)».

Ερωτηθείς, εάν προτείνει κούρεμα, ανέφερε πως μια αντιστοίχου αποτελέσματος λύση θα ήταν ο διπλασιασμός της περιόδου χάριτος και των προθεσμιών αποπληρωμής των υφιστάμενων δανείων της Ευρωζώνης προς την Ελλάδα. «Είτε σημαντικό κούρεμα (significant haircut) είτε σημαντική επιμήκυνση των ωριμάνσεων (significant extension of maturities), οδηγούν σε μείωση χρέους σε όρους καθαρής παρούσας αξίας (NPV)», είπε. «Δεν μπορούμε να μπούμε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραμμα χωρίς μιαν αξιόπιστη λύση για το χρέος», ανέφερε, προσθέτοντας πως το Ταμείο έχει υπάρξει όσο πιο σκληρό γίνεται με τους Ευρωπαίους στο θέμα του χρέους.

Στα χέρια της ΕΚΤ το μέλλον των τραπεζών
Την ίδια ώρα, στα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) βρίσκεται το μέλλον των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και μαζί τους των καταθέσεων. Υπενθυμίζεται πως η ΕΚΤ άφησε αμετάβλητο τον ELA και το ποσοστό κουρέματος των ελληνικών ενεχύρων μέχρι την επόμενη εβδομάδα, όμως από τη Δευτέρα, την επομένη του δημοψηφίσματος, αναμένεται να πάρει εκ νέου αποφάσεις. Με βάση τις αποφάσεις αυτές, δημιουργούνται και τα βασικά σενάρια για το τι θα συμβεί για τις τράπεζες αλλά και τις καταθέσεις. Εντούτοις, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, πλέον κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα τι πρόκειται να συμβεί, καθώς η Ελλάδα βαδίζει σε «αχαρτογράφητα νερά». Ακόμη και στην περίπτωση της Κύπρου, όπου επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί και στη συνέχεια κούρεμα των καταθέσεων, το περιβάλλον ήταν εντελώς διαφορετικό, ενώ από τότε μέχρι σήμερα έχει αλλάξει το νομικό καθεστώς αναφορικά με τη διάσωση εκ των έσω (bail in) των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Τα σενάρια για τις τράπεζες
Υπό αυτήν την οπτική, τα σενάρια που διαμορφώνονται για τράπεζες και καταθέσεις είναι τα εξής:
1. Αν τη Δευτέρα η ΕΚΤ δεν μειώσει τον ELA και δεν αυξήσει το κούρεμα στα collaterals, οι τράπεζες συνεχίζουν να υπολειτουργούν υπό καθεστώς τραπεζικής αργίας και ενδεχομένως με αυστηρούς περιορισμούς. Εν συνεχεία, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης συμφωνίας, ή ξεκάθαρης κινητικότητας προς αυτήν την κατεύθυνση, η ΕΚΤ μπορεί να αυξήσει τον ELA, στέλνοντας ταυτόχρονα χρήματα σε φυσική μορφή στις τράπεζες. Αυτό σημαίνει ανεφοδιασμό των ATM σε πρώτη φάση και ομαλοποίηση της λειτουργίας τους, και εν συνεχεία άνοιγμα των καταστημάτων με capital controls που θα αποφασιστούν τότε. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, πάντως, το άνοιγμα των τραπεζών δεν μπορεί να γίνει αμέσως, καθώς απαιτούνται μια σειρά από διαδικασίες για την ομαλή λειτουργία τους και την ταυτόχρονη ανακεφαλαιοποίησή τους. Παράλληλα, και ανάλογα με το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι να ξανανοίξουν οι τράπεζες, θα εξεταστούν οι επιπτώσεις στην κεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και κατ’ επέκτασιν τα χρήματα που απαιτούνται για την ομαλοποίηση της λειτουργία τους. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να υποβάλουν νέα capital plans, στα οποία θα συμπεριλαμβάνονται πωλήσεις θυγατρικών, μειώσεις προσωπικού και καταστημάτων, και ενδεχομένως επιπλέον ανάγκες σε «ζεστό χρήμα».

2. Αν η ΕΚΤ αυξήσει το κούρεμα στα collaterals και αποσύρει τη στήριξη μέσω του ELA, τα πράγματα περιπλέκονται. Και αυτό, γιατί οι τράπεζες θα κληθούν να επιστρέψουν άμεσα στην ΕΚΤ τη ρευστότητα που έχουν αντλήσει, κάτι που προφανώς δεν μπορούν να κάνουν. Έτσι, θα παραμείνουν κλειστές επ’ αόριστον και τα ATM είτε θα σταματήσουν να τροφοδοτούνται με χρήματα, είτε θα δίνουν τα απολύτως απαραίτητα μετρητά (10-20 ευρώ/ημέρα).

Σημειώνεται, πάντως, πως η αδυναμία των τραπεζών να επιστρέψουν τα χρήματα στην ΕΚΤ τις καθιστά αφερέγγυες, έχοντας ως αποτέλεσμα να τεθεί σε εφαρμογή η διαδικασία bail in, δηλαδή η εκ των έσω διάσωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Σε αυτήν την περίπτωση, με βάση την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία που έχει ψηφιστεί και στην Ελλάδα, χαμένοι βγαίνουν οι μέτοχοι των τραπεζών, οι κάτοχοι των ομολόγων τους, αλλά και οι καταθέτες. Αρχικά, προβλέπεται συμμετοχή όσων έχουν καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ ανά τράπεζα, όμως -με δεδομένο ότι πλέον αυτοί είναι ελάχιστοι- ο πέλεκυς ενδέχεται να πέσει και στους υπόλοιπους καταθέτες.

«Δικαιωθήκαμε», λέει ο Σακελλαρίδης
Σχολιάζοντας την έκθεση του ΔΝΤ, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Γαβριήλ Σακελλαρίδης τονίζει, σε δήλωσή του, πως «η έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους δικαιώνει πλήρως την ελληνική κυβέρνηση, τόσο ως προς την άποψή της για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, όσο και προς την επιμονή της η όποια νέα συμφωνία με τους δανειστές να περιλαμβάνει οπωσδήποτε αναδιάρθρωση/κούρεμα του χρέους». Υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, πως «πέρα από τις γνωστές ιδεολογικές εμμονές του ΔΝΤ στην υφεσιακή νεοφιλελεύθερη πολιτική, η έκθεση αποτελεί ομολογία αποτυχίας του Μνημονίου. Ομολογία που δεν διατυπώνεται από κάποιον πολέμιό του, αλλά από τον βασικό εμπνευστή του», καταλήγει.