Με χθεσινή ανακοίνωσή του ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος Παύλος Ιωάννου υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον σχετικό νόμο, τα παράπονα που μπορεί να εξετάσει το γραφείο του πρέπει να υποβάλλονται το αργότερο μετά από 22 μήνες από τότε που ο καταναλωτής έλαβε γνώση ή θα έπρεπε να λάβει γνώση της επιβλαβούς ενέργειας ή παράλειψης της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, σημειώνοντας ότι ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Φορέα για σκοπούς αξιολόγησης της έγκαιρης υποβολής ενός παραπόνου στο γραφείο του είναι η 16η Φεβρουαρίου 2015.

«Κατά συνέπεια, παράπονα καταναλωτών για επιβλαβείς ενέργειες ή παραλείψεις χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, που επεσυνέβησαν πριν από τη 16η Απριλίου 2013, για τα οποία ο καταναλωτής έλαβε γνώση ή που κατά την κρίση του Επιτρόπου θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση πριν από την εν λόγω ημερομηνία, δεν δύνανται να εξετάζονται από τον Επίτροπο», επισημαίνει.

Πρώτα στις τράπεζες

Υπενθυμίζει, παράλληλα, ότι «σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, προκειμένου υποβληθέν παράπονο να επιτρέπεται να εξεταστεί από το γραφείο του Επιτρόπου στο πλαίσιο του Νόμου, θα πρέπει πρώτα να υποβληθεί στη χρηματοοικονομική επιχείρηση εναντίον της οποίας στρέφεται».

«Εάν ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής δεν ικανοποιηθεί από την απάντηση της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, η οποία πρέπει να του διαβιβαστεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου, δικαιούται να το υποβάλει προς εξέταση στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο», προσθέτει.

Ωσαύτως, συμπληρώνει, δικαιούται να υποβάλει στον Επίτροπο το παράπονο, «εάν εντός της περιόδου των τριών (3) μηνών η χρηματοοικονομική επιχείρηση δεν απαντήσει στον ενδιαφερόμενο».

«Ο καταναλωτής δικαιούται να υποβάλει το παράπονο προς εξέταση στον Επίτροπο το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών μετά την παρέλευση των προαναφερθέντων τριών (3) μηνών ή εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την απάντηση από τη χρηματοοικονομική επιχείρηση», αναφέρει ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος στην ανακοίνωσή του.