Η ΟΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΛΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ…
Η Κεντρική Τράπεζα δεν φαίνεται να ελέγχει τις τράπεζες, γι' αυτό και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν μειώνονται, αλλά παραμένουν τουλάχιστον σε σταθερά ποσοστά
ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ
1. Η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επικρατούσες οικονομικές, κοινωνικές και νομικές περιστάσεις
2. Κατά τον καθορισμό του λογικού βιοτικού επιπέδου πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια, ώστε αυτό να επιτρέπει στον δανειολήπτη να έχει κατάλληλη στέγη και απαραίτητο εξοπλισμό για διαβίωση
3. Η αναδιάρθρωση δεν πρέπει να οδηγεί σε υπέρμετρη επιβάρυνση, αλλά να εντοπίζεται η χρυσή τομή, που πρέπει να βασίζεται στον σεβασμό των φυσικών, ψυχολογικών και κοινωνικών αναγκών των δανειοληπτών σε δυσχερή κατάσταση.
4. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του δανειολήπτη, περιλαμβανομένης της σύνθεσης του νοικοκυριού, την ουσιαστική ανάγκη για αυτοκίνητο, πληρωμές για τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών και οποιεσδήποτε ειδικές ανάγκες και δάπανες , για την ατομική περίπτωση
Μια προσεκτική μελέτη της Οδηγίας, η οποία εκδόθηκε πέρυσι και τροποποιήθηκε τον περασμένο μήνα αποκαλύπτει πως οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να βρίσκουν τις καταλληλότερες λύσεις για κάθε οφειλέτη, χωρίς να τον «πνίγουν»
Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για αναδιαρθρώσεις δανείων και παρά το ότι έχει περάσει αρκετός χρόνος από την έκδοσή της, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν μειώνονται. Εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στο 60% + και να ταλαιπωρούν τους ισολογισμούς των τραπεζών, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να κρατούν και ρεζέρβα αρκετά εκατομμύρια για επισφάλειες.
Προφανώς, κανείς δεν ελέγχει ή αν το κάνει ο έλεγχος είναι ελλιπής, αν οι τράπεζες εφαρμόζουν την Οδηγία. Αν την εφάρμοζαν, το βέβαιο είναι πως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα μειώνονταν σταδιακά, αναλόγως του αριθμού των αναδιαρθρώσεων. Την ευθύνη για τον έλεγχο έχει φυσικά η Κεντρική Τράπεζα, η οποία φαίνεται πως αρκέσθηκε στην έκδοση της Οδηγίας και όχι στην παρακολούθηση της εφαρμογής της. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διαφορετικό θα ήταν και το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αναμενόμενη, λοιπόν, είναι μια απάντηση εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την εξέλιξη της εφαρμογής της Οδηγίας της, ώστε να διαφανεί ποιες τράπεζες και πόσο, έλαβαν υπόψη την αρμόδια Αρχή.
Θα πρέπει να τονισθεί ότι η Οδηγία προσφέρει λύσεις για την αναδιάρθρωση όλων των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Λύσεις με τρόπο που να είναι δίκαιος, αλλά και να επιτρέπει στον κάθε δανειολήπτη να ζει με αξιοπρέπεια στο δικό του πρώτο σπίτι, αλλά και στον επιχειρηματία να συνεχίσει να λειτουργεί την επιχείρησή του, μέχρι να μπορέσει να του αποδώσει τα κεφάλαια εκείνα που θα τον βοηθήσουν να αποπληρώσει το δάνειό του.
Κάθε περίπτωση ξεχωριστά
Μια προσεκτική μελέτη της Οδηγίας, η οποία εκδόθηκε πέρυσι και τροποποιήθηκε τον περασμένο μήνα (σ.σ. οι τροποποιήσεις δημοσιεύονται σε ειδικό ένθετο σ’ αυτό το ρεπορτάζ), αποκαλύπτει πως οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να βρίσκουν τις καταλληλότερες λύσεις για κάθε οφειλέτη, χωρίς να τον «πνίγουν». Θα πρέπει να βρίσκουν τις λύσεις που θα ανακουφίσουν τους οφειλέτες που πλήγηκαν από την οικονομική κρίση, χωρίς χρονικά πλαίσια, αφού στην οδηγία αναφέρεται απλώς η λέξη «μέλλον».
Να παραμείνουν στα σπίτια τους
Ο βασικός στόχος της Οδηγίας είναι:
«Να ελαχιστοποιηθεί το ύψος των κατασχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός στόχος παραμονής των δανειοληπτών στην κατοικία τους και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και συνεπώς η στήριξη της κυπριακής οικονομίας στην ολότητά της».
Απελευθέρωση από τον βραχνά
Η Οδηγία παρέχει στις τράπεζες σημαντικό αριθμό εργαλείων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν είτε χωριστά είτε σε συνδυασμούς, ώστε να βρουν τις λύσεις που ταιριάζουν στην περίπτωση κάθε οφειλέτη χωριστά. Δίνεται επίσης η ευχέρεια στις ίδιες τις τράπεζες να βρουν και άλλες λύσεις, που θα βοηθήσουν ώστε και το δάνειο να μην χαθεί, αλλά και ο οφειλέτης να μπορέσει να απελευθερωθεί από τον βραχνά της δόσης, την οποία αδυνατεί να καταβάλει.
Οι δανειολήπτες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Συνεργάσιμοι και βιώσιμοι, συνεργάσιμοι αλλά μη βιώσιμοι, και μη συνεργάσιμοι.
Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να καθορίζουν την πιθανή μεταχείριση που απαιτείται για κάθε ομάδα και να ορίζουν βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλογές αναδιάρθρωσης. Θα πρέπει όμως να μετρούν συνεχώς την απόδοση και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας διαχείρισης καθυστερήσεων, ώστε να αξιολογείται η Στρατηγική Διαχείριση Καθυστερήσεων και να προσαρμόζεται το μοντέλο της για να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Οδηγίας, με απώτερο στόχο τη βελτίωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους.
«Αποθήκευση» δανείων
Πιο κάτω δίνουμε ενδεικτικά τις κυριότερες επιλογές για αναδιαρθρώσεις. Σύμφωνα με την Οδηγία, το πλαίσιο αναδιάρθρωσης πρέπει:
-Να είναι προσαρμοσμένο ανάλογα με την κατηγορία των χορηγήσεων (π.χ. στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά, δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δάνεια για αγορά εμπορικού ακινήτου) και τις ιδιαιτερότητες του κάθε τομέα (π.χ. χρηματοδότηση για επένδυση σε ακίνητα).
-Να μπορεί να περιλαμβάνει προγράμματα πώλησης εξασφαλίσεων/ ακίνητης περιουσίας, αν και όταν αυτό ενδείκνυται.
Οι βραχυπρόθεσμες
Οι επιλογές μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες. Στις βραχυπρόθεσμες περιλαμβάνονται και οι εξής:
-Καταβολή μόνον του τόκου, για καθορισμένη περίοδο. Στη λήξη της περιόδου καθορίζεται νέο πρόγραμμα αποπληρωμής με βάση την, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ικανότητα αποπληρωμής.
-Μείωση του ποσού της δόσης για καθορισμένη περίοδο, μέχρι να μπορέσει ο δανειολήπτης να αποπληρώνει με βάση τη δόση του. Για παράδειγμα, αν οι τόκοι ενός δανείου είναι μηνιαίως 200 ευρώ, ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλλει 300 ευρώ. Τα 200 θα καλύπτουν τους τόκους και τα 100 θα καλύπτουν μέρος του δανείου.
-Δόσεις χαμηλότερες των τόκων: Αυτή η λύση θα χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. σε περιόδους ανεργίας ή σημαντικά μειωμένων εσόδων.
-Μείωση του επιτοκίου: Μόνιμη ή προσωρινή μείωση του επιτοκίου, σε ένα δίκαιο και εφικτό επιτόκιο.
Μακροπρόθεσμες λύσεις: Παράταση και αποθήκευση
Μακροπρόθεσμες είναι οι λύσεις αναδιάρθρωσης με διάρκεια αποπληρωμής πέντε ετών και άνω. Για την κατασκευή των εμπορικών ακινήτων ή τη χρηματοδότηση έργου, η διάρκεια αντιστοιχεί σε τρία έτη και άνω.
Η σύμβαση για τέτοιες αναδιαρθρώσεις πρέπει να προβλέπει αναθεώρηση, τουλάχιστον, σε ετήσια βάση. Οι κύριες μακροπρόθεσμες λύσεις που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις τράπεζες σε εξωδικαστικές αναδιαρθρώσεις είναι, μεταξύ άλλων:
-Παράταση της διάρκειας του δανείου: Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου η οποία επιτρέπει τη μείωση του ποσού των δόσεων. Σε περιπτώσεις δανείων προς ιδιώτες δανειολήπτες, η περίοδος παράτασης δεν μπορεί να επιμηκύνεται, πέραν της ηλικίας συνταξιοδότησης ή τα 70 έτη ως το μέγιστο όριο ηλικίας, με βάση αξιολόγηση την οποία πραγματοποιεί η κάθε τράπεζα. Παράταση της ημερομηνίας λήξης του δανείου πέραν της ηλικίας των 70 ετών μπορεί να γίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχουν βάσιμα στοιχεία συγκεκριμένης πηγής αποπληρωμής.
-Απορρόφηση πλεονάσματος μετρητών: Στοχεύει στην εξασφάλιση ταμειακών ροών, για τις οποίες δεν υπάρχουν εμπράγματα βάρη και/ή δεν είναι δεσμευμένες από την τράπεζα.
-Πρόσθετη εξασφάλιση: Πρόσθετα βάρη σε μη βεβαρημένα στοιχεία του ενεργητικού λαμβάνονται ως πρόσθετη εξασφάλιση από τον δανειολήπτη, προκειμένου να αντισταθμιστεί ο υψηλότερος κίνδυνος και σαν μέρος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης. Η πρόσθετη εξασφάλιση μπορεί να έχει πολλές μορφές, π.χ. δέσμευση κατάθεσης, νέα/επιπρόσθετη υποθήκη ακινήτων.
-Πώληση με συμφωνία/υποβοηθούμενη πώληση: Τράπεζα και δανειολήπτης μπορούν να συμφωνήσουν σε εθελοντική εκποίηση του ενυπόθηκου περιουσιακού στοιχείου για μερική ή ολική αποπληρωμή του δανείου.
Η τράπεζα αναδιαρθρώνει οποιοδήποτε υπόλοιπο του δανείου με κατάλληλο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής.
- Διαχωρισμός ενυπόθηκου δανείου: Όταν μια τράπεζα συμφωνεί να διαχωρίσει ένα μη βιώσιμο ενυπόθηκο δάνειο σε:
(α) ένα βιώσιμο στεγαστικό δάνειο, το οποίο ο δανειολήπτης αποπληρώνει, με βάση την εκτιμημένη ικανότητα αποπληρωμής και
(β) το υπόλοιπο μεταφέρεται σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία αποπληρωμής.
Συγκεκριμένα: Το δάνειο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος προσαρμόζεται στο σωστό μέγεθος για την εκτιμημένη τρέχουσα ικανότητα εξυπηρέτησής του από τον δανειολήπτη και το δεύτερο μέρος «αποθηκεύεται» («warehoused») από την τράπεζα, συνήθως στο βασικό επιτόκιο. Το δεύτερο μέρος είναι πληρωτέο στο μέλλον, όταν η ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη βελτιωθεί.
- Μείωση του ενυπόθηκου δανεισμού με αντικατάσταση του ακινήτου με άλλο, χαμηλότερης αξίας: Η ύπαρξη μηχανισμού που επιτρέπει σε δανειολήπτη με οικονομικές δυσκολίες, ο οποίος έχει υποθηκευμένη την κύρια κατοικία του ή την επαγγελματική του στέγη, να μετακομίσει σε χαμηλότερης αξίας ακίνητο. Τυχόν έλλειμμα στην αποπληρωμή του υφιστάμενου δανείου από τα έσοδα της εν λόγω πώλησης μεταφέρεται ως «αρνητικό ίδιο κεφάλαιο» σε ένα νέο, ενυπόθηκο δάνειο για την αγορά ενός νέου, λιγότερο ακριβού ακινήτου, δηλαδή ένα ακίνητο χαμηλότερης αξίας από τα συνολικά έσοδα της πώλησης.
-Ανοχή για κυρώσεις: Προσωρινή ή μόνιμη παραίτηση κυρώσεων για παραβιάσεις των όρων ενός συμβολαίου.
-Τροποποίηση των όρων: Επειδή οι όροι ενός δανείου μπορεί να είναι άσκοπα περιοριστικοί και να επιφέρουν σημαντική επιβάρυνση στον δανειολήπτη, η τράπεζα μπορεί να εξετάσει την απαλλαγή του δανειολήπτη από αυτούς τους όρους ενώ, ταυτόχρονα, θα παρακολουθεί επαρκώς τις δραστηριότητες και την οικονομική ευρωστία του.
-Επαναπρογραμματισμός πληρωμών: Το υφιστάμενο πρόγραμμα αποπληρωμής ενός δανείου προσαρμόζεται σε ένα νέο βιώσιμο πρόγραμμα αποπληρωμής, σύμφωνα με τη ρεαλιστική εκτίμηση, των τρεχουσών και προβλεπόμενων ταμειακών ροών του δανειολήπτη.
-Μερική αποπληρωμή: Όταν γίνεται αποπληρωμή χορηγήσεων, π.χ. από πώληση περιουσιακών στοιχείων, που είναι χαμηλότερη από το οφειλόμενο ποσό. Αυτή η λύση εφαρμόζεται για να μειωθεί σημαντικά το άνοιγμα σε κίνδυνο και για να επιτρέψει την εφαρμογή βιώσιμου προγράμματος αποπληρωμής του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού.
Διαγραφή και ηθικός κίνδυνος
Τέλος, η Οδηγία περιλαμβάνει και πρόνοια για μερική ή ολική διαγραφή χρεών. Όπως αναφέρεται, αυτή η επιλογή προβλέπει την ακύρωση μέρους ή του συνόλου του δανείου. Η επιλογή αυτή όμως μπορεί να εφαρμοσθεί αν η τράπεζα συμφωνήσει να δεχθεί ότι ο οφειλέτης θα καταβάλει μέρος του ποσού του δανείου και θα διαγράψει το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως η τελευταία λύση και σε απομακρυσμένες περιπτώσεις, δεδομένου ότι η πιθανότητα διαγραφής μπορεί να οδηγήσει σε ηθικό κίνδυνο (moral hazard).
Οι πρόσφατες τροποποιήσεις
Η Οδηγία τροποποιήθηκε πρόσφατα και μια από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι η εισαγωγή της έννοιας του «επιλέξιμου δανειολήπτη». Η έννοια αυτή συνεπάγεται και καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, δηλαδή ποιων δανειοληπτών τα δάνεια θα εμπίπτουν στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης Μ.Ε.Δ. Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Συμπεριφοράς, οι τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν τις πρόνοιες της Οδηγίας στα εξής πρόσωπα: α) Σε φυσικά πρόσωπα που πήραν δάνειο με συνολικό υπόλοιπο χορηγήσεων μέχρι €1.000.000 και β) σε πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με συνολικό υπόλοιπο χορηγήσεων μέχρι 1.000.000 ευρώ.
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




