Προβληματισμοί από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο για την έξοδο από το μνημόνιο
«Θα πρέπει να ζυγιστεί από τους πολιτικούς η απόφαση, μιας και το αντίτιμο θα είναι ακριβότερος δανεισμός», δηλώνει ο Δ. Γεωργιάδης


Σοβαρές επισημάνσεις σε σχέση με την οικονομία γενικά και τις τράπεζες ειδικότερα καθώς και ερωτήματα τα οποία χρειάζονται πολιτική απάντηση έθεσε χθες ο πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Δημήτρης Γεωργιάδης, σε συνέντευξη Τύπου κατά την οποία παρουσίασε την εαρινή έκθεση και έκθεση προόδου του Συμβουλίου. Το πρώτο και σημαντικότερο ερώτημα που ο κ. Γεωργιάδης έθεσε προς απάντηση στους πολιτικούς είναι κατά πόσον αξίζει η έξοδος της Κύπρου από το μνημόνιο, ενώ σημείωσε ότι όταν θα έρθει εκείνη η ώρα, η Κυβέρνηση θα πρέπει να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά.

Η δεύτερη επισήμανση του προέδρου του Δημοσιονομικού Συμβουλίου αφορούσε τον τραπεζικό τομέα. Ο κ. Γεωργιάδης σημείωσε πως, αν δεν λυθεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα καταλήξουμε να έχουμε τράπεζες ζόμπι. «Αν οι τράπεζες δεν αρχίσουν να χρηματοδοτούν την οικονομία, όλα όσα συζητούμε περί πωλήσεως δανείων και άλλα είναι λεπτομέρειες. Θα αφήσουμε τις τράπεζές μας ζόμπι για άλλα δέκα χρόνια;», διερωτήθηκε και τόνισε πως οι πολιτικοί θα πρέπει να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης.

Η έξοδος και ο δανεισμός
Αναφερόμενος στα της εξόδου της Κύπρου από το μνημόνιο, ο κ. Γεωργιάδης σημείωσε τα εξής προς προβληματισμό: «Αν μείνουμε κάτω από το μνημόνιο, σε πολιτικό επίπεδο θα πουν πως θα έχουμε λιγότερη ευελιξία στο να παίρνουμε αποφάσεις για το τι θα κάνουμε. Σήμερα η αξιολόγηση των κυπριακών κρατικών ομολόγων βρίσκεται σε μη επενδυτική βαθμίδα και οι πολιτικοί πρέπει να απαντήσουν κατά πόσον αξίζει αυτό το ρίσκο, να αυξήσουμε το κόστος χρηματοδότησης της Κύπρου, απλώς για να πούμε ότι βρισκόμαστε εκτός μνημονίου». Εκφράζοντας τη θέση του Συμβουλίου, ο κ. Γεωργιάδης είπε:

«Το Συμβούλιο θεωρεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία η πιστοληπτική αξιολόγηση της Κύπρου παραμείνει σε μη επενδυτική βαθμίδα μετά τον τερματισμό του ΠΟΠ, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου να απολέσουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, για εξασφάλιση της απαραίτητης ρευστότητας, με αρνητικό επακόλουθο στη γενική χρηματοδότηση της οικονομίας. Επιπρόσθετα, μια τέτοια εξέλιξη δυνατόν να επηρεάσει αρνητικά και τη ζήτηση για ομόλογα που εκδίδει ή εγγυάται η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και το κόστος δανεισμού της».

Να ζυγισθούν τα υπέρ και τα κατά
Για τον τραπεζικό τομέα και παίρνοντας αφορμή ερώτηση για την πώληση δανείων, ο κ. Γεωργιάδης είπε πως πριν μπορέσουν οι τράπεζες να αρχίσουν να χρηματοδοτούν την οικονομία, όλα τα υπόλοιπα ίσως να είναι λεπτομέρειες. «Θα πρέπει», τόνισε, «να ζυγιστούν τα υπέρ και τα κατά σε σχέση με το θέμα πώλησης δανείων» και διερωτήθηκε: «Θα αφήσουμε ακόμη 10 χρόνια ζόμπι τις τράπεζές μας; Πώς θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας; Λάθη έκαναν και οι τράπεζες και ο κόσμος που δανειζόταν αλλά και οι εποπτικές Αρχές, που δεν τράβηξαν το χειρόφρενο πιο νωρίς. Δυστυχώς, κάποιοι θα βρεθούν σε δύσκολη θέση».

Πρόσθεσε ότι οι πολιτικοί θα πρέπει να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά της κάθε απόφασης και τόνισε την ανάγκη «να εξεταστεί το κόστος για ν' αποφευχθεί η κατάσχεση ενός σπιτιού από την τράπεζα και κατά πόσον θα ήταν καλύτερα να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα κοινωνικής στήριξης μέσω επιβολής φορολογίας και να αφήσουμε το σύστημα να δουλέψει. Κόστος είναι ο άνεργος που δεν θα βρει δουλειά τα επόμενα χρόνια», σημείωσε.

Καθυστερεί το ΓεΣΥ
Αναφερόμενος σε άλλα ζωτικά θέματα, που απασχολούν την οικονομία, ο κ. Γεωργιάδης σημείωσε πως υπάρχουν καθυστερήσεις σε σχέση με την εφαρμογή του ΓεΣΥ και πως «οι μεταρρυθμίσεις έπρεπε να προχωρήσουν πιο γρήγορα και αποτελεσματικά». Εξηγώντας ότι η έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου καθυστέρησε να δημοσιοποιηθεί λόγω του ότι υπήρξε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης της οικονομίας από την Τρόικα και επομένως στη λήψη κάποιων μακροοικονομικών παραμέτρων, είπε ότι η καθυστέρηση στην εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) σημαίνει πως υπάρχει κίνδυνος να μη γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υπηρεσία, οι ιδιωτικοποιήσεις, το άνοιγμα των υπηρεσιών και των κλειστών επαγγελμάτων, κ.ά.

Η μεταρρύθμιση στο Δημόσιο
Ταυτόχρονα χαιρέτισε την προσπάθεια μεταρρύθμισης που γίνεται στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και την προσπάθεια διασύνδεσης της παραγωγικότητας του κάθε υπαλλήλου με την μισθοδοσία του και τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι προαγωγές. «Θα πρέπει», είπε, «να ληφθούν πολλοί παράγοντες υπόψη, όπως η παραγωγικότητα και η δυνατότητα του κράτους να πληρώνει και να γίνει σύγκριση με τα ίδια επαγγέλματα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και στην Ε.Ε. Πρέπει να ζυγίζουμε τα πάντα με μοναδικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον», τόνισε.

Ο κ. Γεωργιάδης εξήγησε ότι είναι δύσκολο να πει κάποιος ποιοι υπεραμείβονται στον δημόσιο τομέα, γιατί αυτό πρέπει να ζυγιστεί με την ποιότητα που δίνει ένας τομέας, «κάτι που δεν κάναμε», όπως είπε. «Το ότι αμείβεται καλά κάποιος ή ότι έχουμε πολλούς σε έναν τομέα δεν σημαίνει πως είναι κακό, ανέφερε, είναι όμως ανάγκη να γίνει μελέτη σύγκρισης κατά πόσον το αποτέλεσμα που παίρνουμε αντικατοπτρίζει εκείνο που μας στοιχίζει. Αυτή η άσκηση πρέπει να γίνει για όλη τη δημόσια υπηρεσία, ώστε να μη βρούμε ξανά μπροστά μας αυτά τα θέματα».

Μιλώντας με στοιχεία, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι το 10% των συνολικών εσόδων του κυπριακού κράτους αφορά το κόστος της Κεντρικής Κυβέρνησης, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 7%, προσθέτοντας ότι γι' αυτά τα θέματα θα πρέπει να ληφθούν πολιτικές αποφάσεις.

Συνταξιοδοτικό
Για το συνταξιοδοτικό σύστημα, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι το Συμβούλιο εξακολουθεί να θεωρεί επιτακτική ανάγκη τον επανασχεδιασμό και τη μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου που ρυθμίζει όλους τους πυλώνες του συστήματος στην Κύπρο. «Το ανώτατο όργανο που εποπτεύει, πρέπει ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει πόσα συνταξιοδοτικά ταμεία έχουμε, τι χρωστούν, πόσα είναι τα μέλη τους, ποια είναι τα ελλείμματά τους και ποια είναι τα περιουσιακά τους στοιχεία για ν' αρχίσουμε από σήμερα να προγραμματιζόμαστε, για να μην τα βρούμε μπροστά μας ύστερα από λίγα χρόνια», επισήμανε.

Υγεία και Παιδεία
Επικαλούμενος στοιχεία της Eurostat σε σχέση με το κόστος υγείας, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι αυτό ανέρχεται στην Κύπρο στο 7% του ΑΕΠ και στην υπόλοιπη Ευρώπη στο 14% του ΑΕΠ, τονίζοντας ότι ένας λάθος σχεδιασμός θα θέσει σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά. Αναφερόμενος σε διαθέσιμα στοιχεία από την Eurostat για τον τομέα της εκπαίδευσης, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι μειώσαμε διαχρονικά τον αριθμό μαθητών ανά τάξη και έτσι προσλήφθηκαν περισσότεροι καθηγητές με την Κύπρο να βρίσκεται λίγο κάτω από τον μέσο αριθμό μαθητών ανά τάξη στην Ε.Ε.

Αναφέρθηκε, επίσης, στις διδακτικές ώρες ανά δάσκαλο, οι οποίες συγκρίνονται ευνοϊκά με την υπόλοιπη Ευρώπη. Είπε ακόμη ότι η παιδεία στην Κύπρο στοιχίζει 6,5% στα συνολικά έσοδα του κράτους και στην Ευρώπη 4,8% και διερωτήθηκε κατά πόσον είναι πολιτική απόφαση να έχουμε τα καλύτερα σχολεία και να υπάρχει αυξημένο κόστος. «Η ερώτηση είναι κατά πόσον έχουμε τα καλύτερα σχολεία ή μήπως είναι καλύτερα αυτά το κονδύλια να πάνε σε εκπαίδευση των καθηγητών ή σε κάτι άλλο;», διερωτήθηκε ο κ. Γεωργιάδης.

Κοινωνικές παροχές
Αναφορικά με στοιχεία για το κοινωνικό κράτος, ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι η Κύπρος δαπανά το 11,9% του ΑΕΠ σε κοινωνικές παροχές και ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι 20% του ΑΕΠ, με τη Γερμανία που δεν είχε ύφεση όπως την Κύπρο να δαπανά το 19% του ΑΕΠ σε κοινωνική στήριξη.

Η έκθεση
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Δημήτρης Γεωργιάδης εξέφρασε την ικανοποίησή του για τους στόχους που έχουν τεθεί για τις επόμενες χρονιές αλλά και για τον τρόπο που προχωρεί η εφαρμογή του ΠΟΠ. Στην έκθεσή του, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θεωρεί σημαντική τη συνέχιση της προσπάθειας της Κυβέρνησης για δημοσιονομική εξυγίανση, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για σταθερότητα και ανάπτυξη, όπως και τη μεταρρύθμιση της διαδικασίας για κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού, ο οποίος αντικατοπτρίζει τη δημοσιονομική πολιτική ανά έτος.

Σημειώνεται ότι η προσπάθεια θα πρέπει να επικεντρωθεί κυρίως στη διαμόρφωση των συνθηκών για χρηστή διακυβέρνηση, διασφάλιση κρατικών και διοικητικών ικανοτήτων, ενίσχυση των δεξιοτήτων για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής, την εφαρμογή νέων διαθέσιμων τεχνολογιών και των μεταρρυθμίσεων, την κατοχύρωση της διαφάνειας, τον έλεγχο της διαφθοράς, τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας των θεσμών. Αναφέρεται επίσης ότι, στο πλαίσιο αυτά, η μεταρρύθμιση και η βελτίωση των θεσμών του κράτους θα πρέπει να αποτελέσει βασικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής.