Μηχανισμός για την αναδιάρθρωση χρέους εταιρειών
Ο νόμος προβλέπει ότι θα παρέχονται κατάλληλες εναλλακτικές επιλογές, ούτως ώστε, στον βαθμό που είναι ευλόγως πρακτικά δυνατόν, να προστατεύεται η επαγγελματική στέγη


Μια από τις νομοθεσίες που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο αφερεγγυότητας, το οποίο εγκρίθηκε τον περασμένο μήνα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και μεταρρυθμίζει τις υφιστάμενες διαδικασίες, τροποποιεί τον περί Εταιρειών Νόμο, με τη θεσμοθέτηση μηχανισμού για την αναδιάρθρωση του χρέους για νομικά πρόσωπα.

Η κυπριακή νομοθεσία βασίζεται στη διαδικασία examinership, όπως προβλέπεται στο ιρλανδικό εταιρικό δίκαιο. H εισαγωγή του εν λόγω μηχανισμού για την αναδιάρθρωση χρέους βιώσιμων επιχειρήσεων αναμένεται ότι θα συμβάλει στην αποκατάσταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και, κατ’ επέκτασιν, στη μείωση του αριθμού των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Συγκεκριμένα, σκοπός της νομοθεσίας είναι η διάσωση και αποκατάσταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας εταιρείας, με πρωταρχικό στόχο την επιβίωση βιώσιμης επιχείρησης ως δρώσας οικονομικής μονάδας (going concern).

Προστασία επαγγελματικής στέγης
Ο νόμος προβλέπει ότι στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης θα παρέχονται κατάλληλες εναλλακτικές επιλογές, ούτως ώστε, στον βαθμό που είναι ευλόγως πρακτικά δυνατόν, να προστατευτεί η επαγγελματική στέγη. Στον νόμο η επαγγελματική στέγη ορίζεται ως υποστατικό το οποίο χρησιμοποιείται από την εταιρεία ως κύριος χώρος στέγασης και διεξαγωγής των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τής επιχείρησής της, και είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας της.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι, κατόπιν αίτησης, το δικαστήριο δύναται να διορίσει εξεταστή, ο οποίος είναι σύμβουλος αφερεγγυότητας, αδειοδοτημένος βάσει της νέας νομοθεσίας για τους Συμβούλους Αφερεγγυότητας. Η αίτηση στο δικαστήριο μπορεί να υποβληθεί από την εταιρεία, οποιονδήποτε πιστωτή, μετόχους της εταιρείας που κατέχουν τουλάχιστον 10% του κεφαλαίου της εταιρείας, καθώς και από εγγυητή.

Ο διορισμός εξεταστή
Για να αποφασίσει το δικαστήριο τον διορισμό εξεταστή, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη προοπτική επιβίωσης της εταιρείας, στη βάση, μεταξύ άλλων, της έκθεσης ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα που συνοδεύει την αίτηση, καθώς και στην ακρόαση των πιστωτών ή/και της ίδιας της εταιρείας. Με την υποβολή της αίτησης, αρχίζει περίοδος προστασίας για την εταιρεία για τέσσερεις μήνες, η οποία μπορεί να παραταθεί μέχρι 60 ημέρες, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η παράταση επεκτείνεται για όσο χρόνο θεωρεί αναγκαίο το δικαστήριο. Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο που η εταιρεία βρίσκεται υπό την προστασία του δικαστηρίου, η ίδια προστασία παρέχεται και στους εγγυητές της.

Ο εξεταστής, το συντομότερο δυνατό μετά τον διορισμό του, θα διατυπώσει προτάσεις συμβιβασμού ή σχέδιο διακανονισμού, τα οποία θα εξεταστούν από τους πιστωτές και μετόχους της εταιρείας, και θα επιβεβαιωθούν από το δικαστήριο. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της περιόδου προστασίας, ο εξεταστής έχει συγκεκριμένες εξουσίες, όπως -κατόπιν άδειας δικαστηρίου- της εξουσίας να ασκεί καθήκοντα και εξουσίες που ανήκουν στους διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας και της εξουσίας να διαχειρίζεται ή να διαθέτει περιουσία υπό εξασφάλιση.

Το δικαστήριο, κατά την επιβεβαίωση των προτάσεων του συμβιβασμού ή σχεδίου διακανονισμού, λαμβάνει υπ' όψιν τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη διάσωση θέσεων εργασίας και το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν θα πρέπει να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση απ' ό,τι θα ήταν εάν η εταιρεία βρισκόταν υπό διαδικασία εκκαθάρισης. Επιπλέον, πρέπει τουλάχιστον μια τάξη πιστωτών, των οποίων τα συμφέροντα παραβλάπτονται από την εφαρμογή του σχεδίου να έχουν αποδεχθεί τις προτάσεις και το δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι οι προτάσεις είναι δίκαιες και σύμφωνες με το δίκαιο της επιείκειας προς οποιαδήποτε τάξη πιστωτών ή μετόχων που δεν έχουν αποδεχθεί τις προτάσεις και των οποίων τα συμφέροντα παραβλάπτονται, καθώς και ότι δεν επηρεάζουν δυσμενώς τα συμφέροντα οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους.

Σε δυο κατηγορίες οι εγγυητές
Αναφορικά με τους εγγυητές, ο νόμος τους διαχωρίζει σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει νομικά πρόσωπα ή φυσικά πρόσωπα που έχουν εγγυηθεί υποχρεώσεις της εταιρείας που υπερβαίνουν τις €500.000. Για να μπορεί ο πιστωτής να λάβει μέτρα εναντίον εγγυητή που εμπίπτει στην κατηγορία αυτή, πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία. Η διαδικασία προβλέπει ότι, κατά την περίοδο προστασίας, ο πιστωτής μέσα σε καθορισμένα χρονοδιαγράμματα επιδίδει ειδοποίηση στον εγγυητή, προσφέροντάς του τα δικαιώματα ψήφου που έχει ο πιστωτής κατά την εξέταση των προτάσεων συμβιβασμού ή σχεδίου διακανονισμού στη συνέλευση των πιστωτών. Διευκρινίζεται ότι, η μεταφορά δικαιωμάτων ψήφου ή οποιασδήποτε ψήφου που ασκήσει ο εγγυητής δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πιστωτή να φέρει ένσταση κατά την επιβεβαίωση των προτάσεων.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει φυσικά πρόσωπα τα οποία εγγυήθηκαν υποχρεώσεις της εταιρείας κάτω των €500.000, για την οποία επίσης προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία. Οι εν λόγω εγγυητές θα έχουν ευθύνη μόνο για το ποσό της διαφοράς μεταξύ του υπόλοιπου του χρέους και της αξίας της εξασφαλισμένης περιουσίας. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπόλοιπο του χρέους δεν υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης, οι εγγυητές απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους.

Εάν το υπόλοιπο του χρέους είναι μεγαλύτερο από την αξία της εξασφαλισμένης περιουσίας, ο εγγυητής έχει ευθύνη αναφορικά με το ποσό της διαφοράς μεταξύ της αξίας της εξασφαλισμένης περιουσίας και του υπολοίπου του χρέους. Τέλος, προβλέπονται χρονικά όρια για την καταχώριση αγωγής, και συγκεκριμένα ο πιστωτής μπορεί να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του εγγυητή εντός δύο ετών από την ημέρα που θα τεθεί σε εφαρμογή ο συμβιβασμός ή το σχέδιο διακανονισμού, ενώ ο εγγυητής μπορεί να καταχωρίσει αγωγή εναντίον της εταιρείας ή εναντίον συνεγγυητή του εντός τριών ετών μετά την καταβολή πληρωμών από τον εγγυητή.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΟΥΣΚΟΥ
Advisor II, KPMG Limited, [email protected]