Η Λαϊκή δεν ήταν η μοναδική που έπαιρνε δισεκατομμύρια από τον Μιλόσεβιτς

Έφθαναν στην Κύπρο ακόμα και με κότερα, καταμετρούντο σε χώρο στο παλιό αεροδρόμιο της Λάρνακας και έπαιρναν τον δρόμο για τη Λεμεσό

Τότε οι τράπεζες στην Κύπρο μπορούσαν να παραλαμβάνουν 1,8 εκατομμύρια λίρες ανά πτήση καθημερινά


Η έρευνα της εφημερίδας μας που δημοσιεύθηκε το περασμένο Σάββατο για τα δισεκατομμύρια του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς τα οποία έρχονταν παράνομα στην Κύπρο από το Βελιγράδι με ειδικές, νυκτερινές πτήσεις, ανέδειξε πρωτίστως ότι η χώρα μας από τότε, το 1990, είχε μπει στη λίστα των παραδείσων για ξέπλυμα χρήματος. Είχαμε χαρακτηρισθεί πλυντήριο και όχι άδικα. Από τα χρήματα αυτά, όπως φάνηκε από τη διερεύνηση που κάναμε, πολλοί πλούτισαν αθέμιτα.

Οι διαδεχθέντες την κατάσταση, εκμεταλλεύθηκαν τον δρόμο που άνοιξαν διάπλατα οι προηγούμενοι και συνέχισαν να αποκομίζουν οφέλη διά της πλαγίας, αυτής που έχει σχέση με μαύρα σακούλια και χαρτοφύλακες κι εταιρείες φαντάσματα. Πώς στοιχειοθετείται αυτό; Μα όσα συμβαίνουν σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά απότοκο της μεγάλης βάπτισης στο μαύρο χρήμα.

Τις μέρες που ακολούθησαν τη δημοσίευση της έρευνας μας, ήρθαν στα χέρια μας πολλά άλλα στοιχεία. Και φυσικά η προσπάθειά μας για διερεύνηση προσέκρουε (όπως και την πρώτη φορά) σε κλειστές και πάλι πόρτες. Όσοι απάντησαν σε ερωτήσεις μας για τα νέα στοιχεία, περιορίζονταν να λένε προκλητικά: «Πέρασαν χρόνια, δεν θυμάμαι»…

Η δεύτερη τράπεζα με τα μαύρα σακούλια

Μια τέτοια περίπτωση αφορά σε διερεύνηση πληροφοριών από άτομα τα οποία ήταν παρόντα στην καταμέτρηση χρημάτων από το Βελιγράδι. Οι άνθρωποι αυτοί επικοινώνησαν με την εφημερίδα μας και έδωσαν τις δικές τους μαρτυρίες για όσα συνέβαιναν τότε.

Οι νέες πληροφορίες μας αφορούν σε παραλαβή χρημάτων από άλλη μια κυπριακή τράπεζα η οποία συνολικά έβαλε στα ταμεία της ένα δισεκατομμύριο δολάρια, φρόντισε όμως να τα ξεφορτωθεί έγκαιρα. Η τράπεζα αυτή πουλούσε σχεδόν αμέσως τα χαρτονομίσματα που παραλάμβανε από τις νυκτερινές πτήσεις ή τις θαλάσσιες διαδρομές, μέχρι που τελικά αποφάσισε ότι δεν θα έπαιρνε άλλα. Να σημειωθεί ότι τότε οι τράπεζες στην Κύπρο μπορούσαν να παραλαμβάνουν 1,8 εκατομμύρια λίρες ανά πτήση καθημερινά. Αυτός και μόνον ο αριθμός είναι αρκετός για να αντιληφθεί κανείς πόσα δισεκατομμύρια δέχθηκε η χώρα μας από το Βελιγράδι, αφού το «ξεφόρτωμα» γινόταν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τσιγάρα και φάρμακα

Όπως μας ανέφερε υψηλά ιστάμενο στέλεχος της εν λόγω τράπεζας, αρκετά επίσης εκατομμύρια κατατίθεντο στα ταμεία της με έγγραφα που πιστοποιούσαν ότι τα χρήματα αποτελούσαν προϊόν εμπορίας τσιγάρων στη Γιουγκοσλαβία. Μας είπε επίσης ότι η δική του εμπειρία αφορά σε πράξη την οποία έκανε η τράπεζα ακολουθώντας οδηγίες της Beogradska Banka στη Λευκωσία. Συγκεκριμένα η διευθύντρια της γιουγκοσλαβικής τράπεζας, είχε ζητήσει να γίνει πληρωμή μεγάλου ποσού στο εξωτερικό για την αγορά φαρμάκων. Η χώρα όμως, η οποία δέχθηκε τα χρήματα, διαπίστωσε ότι η πληρωμή έγινε από άτομο με γιουγκοσλαβικό όνομα και την ακύρωσε.

Καταλυτικός ο ρόλος της HSBC

Για την απόφαση της τράπεζας -της οποίας δεν δημοσιεύουμε το όνομα επειδή ακριβώς μόνον ένα από τα στελέχη της μας είπε πως «θυμόταν» για καταθέσεις από τη Γιουγκοσλαβία- να ξεφορτωθεί τα μαύρα του Μιλόσεβιτς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο η δράση που είχε αναλάβει τότε η HSBC, o τραπεζικός κολοσσός που συμμετείχε με 22% στη Λαϊκή Τράπεζα. Η HSBC είχε αντιληφθεί πως γινόταν χοντρό παιγνίδι στην Κύπρο κι άρχισε να διερευνά την υπόθεση. Δεν δίσταζε μάλιστα να επισκέπτεται διά υψηλόβαθμων στελεχών της, διευθυντές τραπεζών με στόχο κάθε άλλο παρά αυτόν της φιλοφρονητικής επίσκεψης.

Όπως μάλιστα ήδη γράψαμε ο λόγος που η HSBC πούλησε το ποσοστό της στη Λαϊκή ήταν ένας και μοναδικός. Η διασύνδεση τόσο της τράπεζας αυτής όσο και γενικά της Κύπρου με το ξέπλυμα. Είναι γνωστό ότι αρχικά η HSBC ζήτησε από τη Λαϊκή να αυξήσει τη συμμετοχή της στο 50%, για να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο ώστε να γνωρίζει τι έμπαινε και τι έβγαινε στα ταμεία της. Όταν η απάντηση που πήρε ήταν «όχι», έφυγε. Το ποσοστό της το αγόρασε ο Ανδρέας Βγενόπουλος.

Από τη Λάρνακα στη Λεμεσό

Οι ίδιοι τραπεζίτες μας ανέφεραν ότι η δεύτερη τράπεζα που δεχόταν χρήματα του Μιλόσεβιτς, τα φύλαγε σε υποκατάστημά της στη Λεμεσό. Η καταμέτρηση γινόταν στο παλιό αεροδρόμιο της Λάρνακας κι από κει, τα λεφτά μεταφέρονταν στη Λεμεσό και στη συνέχεια τα διαθέτε εντός κι εκτός Κύπρου. Όταν όμως άρχισε να γίνεται διεθνώς γνωστό ότι η Κύπρος ήταν «πλυντήριο», οι οδηγίες από τα υψηλά δώματα στα αρμόδια τμήματα, ήταν «μην ξαναδεχθείτε λεφτά από το Βελιγράδι». Εκείνη την ημέρα η τράπεζα είχε στην κατοχή της 10-12 εκατομμύρια. Τα πούλησε αμέσως σε ξένη τράπεζα, στη Λευκωσία και «ησύχασε».

Η μεγάλη κληρονομιά

Κάποιοι λοιπόν με τις αποφάσεις ή και τη δράση τους είχαν ανοίξει τον δρόμο για εύκολο κέρδος. Ο δρόμος αυτός, όπως αποδεικνύεται, δεν έχει κλείσει ακόμα. Οι προκάτοχοι άφησαν ελεύθερη την πρόσβαση σε διάδοχες καταστάσεις. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που ορισμένοι δεν εκπλήττονται από όσα βλέπουν να διαδραματίζονται ακόμα και σήμερα. Εκείνοι που εκπλήττονται είναι οι απλοί πολίτες που δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι υπάρχει τόση διαπλοκή μεταξύ μιας κατηγορίας ατόμων τα οποία βρίσκονταν ψηλά στη συνείδησή τους.

Την εβδομάδα που πέρασε ακούσαμε από διάφορους εμπλεκόμενους, στις αποκαλύψεις γύρω από την αντιπαράθεση που ξέσπασε μεταξύ Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, να γίνεται λόγος για τα μαύρα χρήματα του Μιλόσεβιτς. Αυτό επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο δρόμος για τον οποίο γράφουμε πιο πάνω, όχι μόνον δεν έκλεισε αλλά φαίνεται πως έχει μετατραπεί σε λεωφόρο.