Τι έγινε τη χρονιά που πέρασε και πώς σημαδεύεται η χρονιά που έρχεται
Θα πληρώνουμε για χρόνια όσα μας οδήγησαν στην Τρόικα και στην απόφαση του Γιούρογκρουπ πριν από δύο σχεδόν χρόνια


Πολλά ήταν τα γεγονότα της χρονιάς που φεύγει στα οικονομικά δρώμενα της Κύπρου, μιας χώρας καταταλαιπωρημένης από τις πληγές που της άφησε η προηγούμενη, η οποία θα μείνει στην ιστορία - όχι μόνο τη δικιά μας αλλά και τη διεθνή. Το κούρεμα καταθέσεων, γαρ, δεν ήταν κάτι που ξανάγινε. Αν θα ξαναγίνει είναι το ερώτημα.

Το 2014 σημάδεψαν όχι μόνον οι κατά συρροήν συνέπειες του κουρέματος και τα συνεπακόλουθα αλλά και άλλα, σημαντικά γεγονότα:
-Η επιτυχία των τεσσάρων κυπριακών τραπεζών που κατάφεραν να περάσουν τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής. Αυτό χαρακτηρίσθηκε άθλος, αφού οι κυπριακές τράπεζες βγήκαν βαριά λαβωμένες από την απόφαση του Γιούρογκρουπ για κούρεμα καταθέσεων, μια απόφαση η οποία στοίχισε στην αξιοπιστία τους αλλά και στα ταμεία τους.

-Η επιτυχής αύξηση κεφαλαίου από πλευράς Τράπεζας Κύπρου, η οποία κατάφερε να αντλήσει ένα δισεκατομμύριο ευρώ ενάμιση μόλις χρόνο μετά τη βαριά «καμπάνα» του κουρέματος των καταθετών της. Φυσικά, το ένα δισεκατομμύριο δεν μπήκε στα ταμεία της τράπεζας, αλλά πήγε κατευθείαν στον Μηχανισμό Έκτακτης Ρευστότητας, στον οποίο η Τράπεζα Κύπρου οφείλει κοντά στα 8 δισεκατομμύρια ευρώ, μια «κληρονομιά» που της άφησε η Λαϊκή.

-Η ψήφιση από τη Βουλή του νομοσχεδίου για τις αποκρατικοποιήσεις μετά από μακροσκελείς συζητήσεις, απόρριψη αρχικά και έγκριση τελικά.

-Οι θετικές -μέχρι στιγμής- αξιολογήσεις της Τρόικας και των διεθνών οίκων για την πορεία της οικονομίας μας.

-Η επιτυχής έξοδός μας στις αγορές μετά από χρόνια απουσίας (μια και κανείς δεν μας δάνειζε).

-Η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για επιβολή βαριών προστίμων σε επιφανή στελέχη των τραπεζών Κύπρου και Λαϊκής, για παραπλανητικές πληροφορίες στο επενδυτικό κοινό. Με την απόφαση αυτή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία εξέτασε την υπόθεση σε βάθος, δόθηκαν έτοιμα στοιχεία στη Νομική Υπηρεσία, που προσφάτως προχώρησε στον καταρτισμό κατηγορητηρίων εναντίον τραπεζιτών.

-Οι βαριές κατηγορίες που δημοσιεύθηκαν από τους «New York Times» και τους «Financial Times» εναντίον του τέως διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Πανίκου Δημητριάδη, για παραπλάνηση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την κατάσταση της Λαϊκής. Λόγω των στοιχείων που έδινε ο Π. Δημητριάδης (είπαν σύμβουλοι της ΕΚΤ), εχορηγείτο έκτακτη ρευστότητα στη Λαϊκή, παρά το γεγονός ότι δεν θα έπρεπε να παίρνει δανεισμό από τον ELA, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν.

-Η αποχώρηση τελικά του Πανίκου Δημητριάδη -και μάλιστα έναντι αδρής αποζημίωσης από τα κρατικά ταμεία- από τη θέση του διοικητή και η ανάληψη του αξιώματος αυτού από την τέως Γενική Ελέγκτρια, Χρυστάλλα Γιωρκάτζη.

Το πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών
Όλα τα πιο πάνω ήταν μερικά μόνον από τα σημαντικά γεγονότα της χρονιάς που φεύγει. Εκείνο όμως που φώτισε αρκετά από τα σκοτεινά σημεία όσων προηγήθηκαν της οικονομικής καταστροφής της Κύπρου ήταν το πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής, η οποία επί μήνες συζητούσε, άκουγε, έγραφε, ρωτούσε και μάθαινε για πρόσωπα και πράγματα. Τελικά συνέταξε ένα πόρισμα, στο οποίο, όπως ήταν αναμενόμενο, δόθηκε πολλή δημοσιότητα. Στο πόρισμα εκείνο, μεταξύ άλλων αποκαλύψεων, κατονομάζονταν άτομα που κυριολεκτικά είχαν τα εκατομμύρια για τα μικροέξοδά τους, έπαιρναν όσα δάνεια ήθελαν χωρίς καμία εξασφάλιση, με μηδενικά επιτόκια, αμείβονταν με πλουσιοπάροχα δώρα επειδή απλώς έτυχε να πηγαίνουν στο γραφείο και το γραφείο τους έτυχε να βρίσκεται στα ψηλά δώματα των τραπεζών.

Γίναμε μεν σοφότεροι, δεν γνωρίζουμε όμως πολλά
Mε την ολοκλήρωση της έρευνας της Επιτροπής Θεσμών, για τα αίτια που προκάλεσαν την οικονομική καταστροφή της Κύπρου, οι πολίτες αυτού του τόπου γίναμε πιο… σοφοί, μαθαίνοντας πώς η χώρα μας καταστράφηκε μέσα σε 40 μέρες. Από τον Μάιο του 2012 μέχρι και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου η κρατική, πλέον, Λαϊκή Τράπεζα είχε αντλήσει 6,3 δισεκατομμύρια ευρώ χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας, χωρίς κανείς από τους τότε αρμόδιους να ενδιαφερθεί να ερευνήσει πώς και γιατί βρέθηκε να χρειάζεται αυτά τα λεφτά και, κυρίως, πού πήγαιναν τόσες χιλιάδες εκατομμύρια.

Αρμόδιοι τότε ήταν ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος θα έπρεπε να ελέγχει την τράπεζα, αφού ήταν κρατική περιουσία. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο τότε Υπουργός Οικονομικών, Βάσος Σιαρλή, πριν αναλάβει το κρατικό αξίωμα, ήταν τραπεζίτης -και μάλιστα ανώτατο στέλεχος της μεγαλύτερης τράπεζας της Κύπρου-, τότε προκύπτει το εύλογο ερώτημα γιατί δεν ενδιαφέρθηκε, γιατί δεν φρόντισε να κάμει τις ενέργειες εκείνες που θα σταματούσαν τον κατήφορο. Η δουλειά αυτή ήταν ψωμοτύρι για τον ίδιο.

Το bonus των 3,3 εκατομμυρίων
Από το πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών προέκυψαν και δεκάδες άλλα εκπληκτικά, που εξηγούν εν πολλοίς τους λόγους για τους οποίους οι τράπεζες οδηγήθηκαν στον γκρεμό. Τα ίδια ίσως και περισσότερα προέκυψαν και από το πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής για την Οικονομία, υπό τον εγνωσμένου κύρους δικαστικό Γεώργιο Πική για τη συμπεριφορά των τραπεζών. Οι πολίτες ακούσαμε, διαβάσαμε και μείναμε με ανοικτό το στόμα, πώς ένας και μόνο διευθυντής της Λαϊκής Τράπεζας πήρε bonus 3,3 εκατομμυρίων το 2008, πέραν του μισθού και των άλλων φιλοδωρημάτων που εδικαιούτο. Το ποσόν αυτό ακούγεται εξωπραγματικό για την καταπληκτική πλειοψηφία των πολιτών, οι οποίοι ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν μπορούν να φανταστούν τέτοιο ποσό ως εισόδημα, πόσω μάλλον ως… δώρο.

Οι τραπεζίτες λοιπόν περνούσαν θαυμάσια σκορπώντας απλόχερα εκατομμύρια, δεξιά κι αριστερά, αφού φυσικά πρώτα φρόντιζαν να μπουν και στους δικούς τους λογαριασμούς αρκετά. Δικά τους ήταν άλλωστε; Με τις συμπεριφορές όμως αυτές αφαιρούσαν, μέρα με τη μέρα, τις πέτρες από το στέρεο, όπως μας έλεγαν, τραπεζικό οικοδόμημα μέχρι που το άφησαν χωρίς θεμέλια.

Όταν ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός είχαν όλοι μια δικαιολογία. Την είπαν, δεν την χάψαμε και μείναμε να περιμένουμε τη δικαιοσύνη να αναλάβει τον δικό της ρόλο. Η Νομική Υπηρεσία ετοίμασε κατηγορητήρια και αρκετοί επιφανείς τραπεζίτες θα βρεθούν σύντομα στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Κάπως έτσι θα γίνει η αρχή, ελπίζουμε, της κάθαρσης και της τιμωρίας.

Στο σκοτάδι για τις τρύπες στα δημόσια οικονομικά
Αυτά για τις τράπεζες. Για τα δημόσια οικονομικά, όμως, ακόμα δεν έχουμε μάθει τίποτα. Όπως μάλιστα μας ελέχθη από ανώτατο στέλεχος της Εισαγγελίας, το πόρισμα, τουλάχιστον της Ερευνητικής Επιτροπής υπό τον Γεώργιο Πική, που διερεύνησε και τη δημοσιονομική καταστροφή, βρίσκεται ακόμα μέσα στα κασόνια, στα οποία παραδόθηκε. Κανείς δεν έχει ασχοληθεί με αυτό…

Οι τράπεζες, λοιπόν, είχαν τινάξει στον αέρα τη δικιά τους οικονομία και η Τρόικα ανέλαβε να σώσει ό,τι σωζόταν κουρεύοντας τις καταθέσεις των πελατών τους. Η ΕΕ δεν ήθελε, είπε, να φορτωθούν οι φορολογούμενοι πολίτες το βάρος της διάσωσης των τραπεζών. Από πού κι ως πού εξάλλου; Γι' αυτό και φόρτωσε την ευθύνη στους καταθέτες. Δήλωσε πως αυτό ήταν το σωστό και το δίκαιο: Να πληρώσουν οι καταθέτες, οι κάτοχοι αξιογράφων και οι μέτοχοι -οι οποίοι είχαν και μερίδιο ευθύνης-, αφού μπορούσαν, αν το ήθελαν, να ασκήσουν έλεγχο στις ενέργειες των τραπεζιτών. Με το κούρεμα, λοιπόν, οι τράπεζες σώθηκαν (;) με δικά τους μέσα, με «ίδια μέσα», κατά τον τεχνοκρατικό όρο.

Η υποχρέωση του κράτους που δεν εκπληρώθηκε ποτέ
Φυσικά, τα χρήματα που χρειάζονταν οι τράπεζες θα έπρεπε να τα πληρώσει το κράτος. Όφειλε να τα πληρώσει. Έπρεπε να τα έχει στο Ταμείο Προστασίας Καταθετών, το οποίο είχε συσταθεί προ ετών γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό: Να αποζημιώσει καταθέτες μέχρι 100.000 ευρώ σε περίπτωση που μια τράπεζα κατέρρεε. Το Ταμείο αυτό όμως, όπως διαπιστώθηκε, δεν είχε μια, όταν χρειάστηκε να εκπληρώσει τον σκοπό της ύπαρξής του.

Ιδιοκτήτης του ταμείου είναι το κράτος, το οποίο θα έπρεπε να διαθέτει τα κεφάλαια για να αναγνωρίσει και να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, έναντι των ασφαλισμένων καταθετών. Το κράτος, ωστόσο, δεν είχε χρήματα. «Δεν έχω», είπε, κι έβαλε τελεία, αφήνοντας και το βάρος αυτό στους ώμους των ανασφάλιστων καταθετών. Η λογική του κράτους σ’ αυτήν την περίπτωση συνίσταται στην εξής απλουστευμένη έκφραση:

«Οφείλω, δεν έχω, άρα δεν οφείλω, πληρώστε τα εσείς». Αν όμως με πρότυπο τη λογική του κράτους, αρχίσουμε όλοι οι πολίτες να συμπεριφερόμαστε με τον ίδιο τρόπο, έχει φανταστεί κάποιος πού μπορούμε να καταλήξουμε; Γιατί, αντιγράφοντας αυτήν τη λογική, μπορεί ο οποιοσδήποτε οφειλέτης να πει στο κράτος, στις τράπεζες και σε οποιοδήποτε άλλο δανειστή του: «Δέχομαι ότι σου χρωστώ, όμως επειδή δεν έχω να σε πληρώσω, δεν σου οφείλω τίποτε».
Αντί, λοιπόν, οι τράπεζες να σωθούν από το κράτος, σώθηκαν από τους καταθέτες, τους μετόχους και τους κατόχους αξιογράφων. Κουρεύτηκαν όλοι αυτοί και έσωσαν τις τράπεζες.

Η Κύπρος όμως δεν σώθηκε
Η Κύπρος όμως δεν σώθηκε. Χρειαζόταν 10 δισεκατομμύρια ευρώ για να μην χρεοκοπήσει. Αυτός ήταν ο λογαριασμός που έπρεπε να πληρωθεί για να έχουμε… χώρα. Δανειστήκαμε, λοιπόν, από την Τρόικα τα δισεκατομμύρια αυτά για να κλείσουμε τις τρύπες. Ποιες τρύπες, όμως, δεν μας είπε ακόμη κανείς. Πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι τρύπες, επίσης δεν μας είπε ακόμη κανείς.

Εκείνο που μας ελέχθη ήταν πως πρέπει να πληρώσουμε, πρέπει να μείνουμε άνεργοι, να χάσουμε κάτι περισσότερο από τον μισό μισθό μας, να πεινάσουμε, πρέπει να «βάλουμε μυαλό», ξεχνώντας όσα ξέραμε για γεμάτο τραπέζι και αξιοπρεπή μισθό.

Τα δέκα δισεκατομμύρια της Τρόικας τα παίρνουμε υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις: Της ανεργίας, της ανέχειας, της μισής ζωής. Και όντες εντός «προγράμματος στήριξης», πρέπει να το τηρούμε κατά γράμμα, αν θέλουμε η χώρα μας, κι εμείς μαζί, να συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

Από τα δέκα δισεκατομμύρια γνωρίζουμε ότι το 1,5 δις δόθηκε στον Συνεργατισμό, για να «ανακεφαλαιοποιηθεί». Να βρει, δηλαδή, τα πόδια του αφού παρά τις διαβεβαιώσεις όλων, τελικά είχε κι αυτός προβλήματα, και μάλιστα βαρβάτα. Περισσότερα από τα μισά δάνεια που είχε παραχωρήσει, σε δικούς, κουμπάρους, συγγενείς και φίλους, ήταν μη εξυπηρετούμενα. Δεν τα πλήρωναν δηλαδή οι οφειλέτες τους.

Τα πήραν, τα σκόρπισαν, τα καταχράσθηκαν;
Αν αφαιρεθεί, από τα 10 δις του δανείου, το 1,5 δις που δόθηκε στον Συνεργατισμό, φαίνεται ότι τα 8,5 δις πήγαν για να καλυφθούν τρύπες στα δημόσια οικονομικά. Λείπανε, δηλαδή, από τα κρατικά ταμεία 8,5 δις. Κάπου πήγαν αυτά τα λεφτά. Κάποιοι τα πήραν ή κάποιοι τα σκόρπισαν ή κάποιοι τα καταχράσθηκαν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να χαθούν 8,5 δις μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Η κυβέρνηση Χριστόφια ανέλαβε το 2008, έχοντας μισό δις κληρονομιά από την κυβέρνηση Παπαδόπουλου.

Τα 500 εκατομμύρια, όμως, φαίνεται ότι έκαναν φτερά πολύ πολύ σύντομα, αφού ένα χρόνο μετά την ανάληψη της προεδρίας, η κυβέρνηση Χριστόφια άρχισε να ζητά δανεικά. Και μάλιστα σεβαστά ποσά. Εκατοντάδες εκατομμύρια. Η πρακτική της άντλησης δανείων συνεχίσθηκε τα επόμενα χρόνια με εντατικότερους ρυθμούς, τόσο εντατικούς που από κάποια φάση και μετά η διεθνής αγορά -όταν διαπίστωσε πόσο υπερδανεισμένοι είμασταν- σταμάτησε να μας θεωρεί αξιόπιστους και κατ’ επέκτασιν σταμάτησε να μας δίνει και δανεικά. Αυτό έγινε το 2011, τρία μόλις χρόνια μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Δ. Χριστόφια.

Πεινάμε που πεινάμε, ας γνωρίζουμε τουλάχιστον
ΑΦΟΥ λοιπόν δεν είχαμε πού να γείρουμε το κεφάλι και πού να απλώσουμε το χέρι, αποταθήκαμε στους κακούς. Στην Τρόικα. Η οποία ήρθε, είδε και είπε πως πρέπει να μπει τάξη εδώ μέσα, γιατί ήταν πολλά τα στραβά. Με τη θηλιά στον λαιμό λοιπόν και την ψυχή στο στόμα αγωνιζόμαστε να τα καταφέρουμε. Δεν είχαμε ποτέ την πολυτέλεια των bonuses εμείς οι απλοί πολίτες.

Εκείνο όμως που ζητάμε, εδώ και τώρα και επιτακτικά, είναι να αρχίσει επιτέλους η διερεύνηση του πορίσματος της Επιτροπής Πική, για τους λόγους για τους οποίους τα δημόσια ταμεία βρέθηκαν όχι μόνον αδειανά αλλά και φορτωμένα δάνεια, πουπληρώνουμε τώρα εμείς και θα πληρώνουν και τα παιδιά μας. Πεινάμε που πεινάμε, ας γνωρίζουμε, αν μη τι άλλο, ποιος μας πήρε το ψωμί από το στόμα.